Η παρανέστια ζώνη
Η οροσειρά της Ροδόπης
Η παρανέστια ζώνη
Η μεγάλη τομή που δημιουργεί ο Νέστος, από τα σύνορα μέχρι τη Σταυρούπολη και από τις όχθες του μέχρι τη βάση του ορεινού δάσους, λειτουργεί ως όριο αλλά και ως συνδετικός άξονας των συστατικών της χαμηλότερης ζώνης της Ροδόπης.
Το κτηνοτροφικό τοπίο στο Οροπέδιο, με φόντο τις κορυφές της Ελατιάς
Πατήστε για μεγέθυνση
Το κτηνοτροφικό τοπίο στο Οροπέδιο, με φόντο τις κορυφές της Ελατιάς
Το χερσαιο μέρος της μεγάλης αυτής περιοχής χαρακτηρίζεται από το σχετικά φιλικό αλλά δαιδαλώδες ανάγλυφο, το ήπιο κλίμα και από την έντονη κατάτμηση σε εγκάρσιες ενότητες. Η κοινή παράμετρος της ζώνης αυτής είναι ο εγκλεισμός σε μια ταπεινή αγροτική ζωή, ένα τόπος που απέφυγε τον ταραγμένο περίγυρο της Βαλκανικής, από το οποίο δεν άκουσε παρά το τραγούδι των όπλων.
Το ανάγλυφο
Οι επιμέρους γεωγραφικές ενότητες παλιότερα επικοινωνούσαν μέσω διαμήκων αξόνων με αφετηρία και τερματισμό στα κεφαλοχώρια της ζώνης, το Νευροκόπι, το Παρανέστι και τη Σταυρούπολη. Σήμερα, οι συνδέσεις αυτές δεν υπάρχυν πιά ή έχουν μετατραπεί σε δύσβατους χωματόδρομοςυ: οι περιοχές εκατέρωθεν του Νέστου εξυπηρετούνται από τους κεντρικούς δρόμους των δασικών συμπλεγάτων ή άλλων περιοχών. Εδώ και πολές δεκαετίες, η παρανέστια ζώνη είναι απομονωμένη και κερματισμένη.
Σε ότι αφορά στις παρανέστιες απολήξεις τη Ροδόπης, αλλού θα βρούμε ομαλές πλαγιές και λιβάδια αλλούβιων και προσχώσεων και αλλού απόκρημνα πρανή ασβεστολίθων αλλά κυρίως πυριγενών.
Η βλάστηση
Όπως και όλη τη Βόρεια Ελλάδα, η ζώνη γύρω από το Νέστο συνιστά το πλουσιότερο από τα οικοσυστήματα της ενότητας. Η βλάστηση συντίθεται από μια μεγάλη ποικιλία ειδών, πολύ μεγαλύτερη από αυτήν που συναντάμε στο ορεινό δάσος, και μια αξιόλογη χωρική μωσαϊκότητα, που καθρεφτίζει το πολύπλευρο ιστορικό αγκίστρωσης του ανθρώπου μέα στη ζώνη αυτή.
Οι παραποτάμιες συστάδες φράξων
Οι τρεις κυρίαρχες μορφές βλάστησης είναι το δρυοδάσος, οι ζώνες ρεματικής και παραποτάμιας βλάστησης και τα αγροδασικά τοπία.
Αυτό που ονομάζουμε δρυοδάσος στη Ροδόπη αφορά ένα τοπίο πολύ διαφορετικό από το αντίστοιχο της Πίνδου. Εδώ δεν υπάρχουν ενιαία δάση δρυών, αλλά ένα ατελείωτο μωσαϊκό από διάφορα φυλλοβόλα, τέτοιου βαθμού μίξης που συχνά οι βελανιδιές απότελούν τη μειοψηφία στις συστάδες. Λόγω των αναρίθμητων ρεματιών, που πολλές φορές δεν είναι παρά μικρές γραμμικές υφέσεις μέσα στο ήπιο ανάγλυφο, οι βελανιδιές και τα άλλα πλατύφυλλα των πλαγιών αναμειγνύονται με υγρόφιλα είδη, όπως οι λεύκες, οι φράξοι και τα σκλήθρα.
από δρύες και λεύκες
στο δρυοδάσος
συστάδες
φράξων
Προφανώς τα υγρόφιλα είδη κυριαρχούν στους άξονες των ρεματιών με μόνιμη ή ημιμόνιμη ροή. Με τα πλατάνια να περιορίζονται στον άξονα του Νέστου, η ρεματική βλάστηση της ζώνης αποτελείται κυρίως από σκλήθρα και φράξους, που αλλού πλαισιώνουν τις μισγάγγειες και αλλού καλύπτουν τις υγρές υφέσεις. Στην πρώτη περίπτωση πρόκειται για δενδροστοιχίες ώριμων, ψηλών ατόμων και στη δεύτερη για συμπλέγματα πρεμνοφυούς μορφής, αποτέλεσμα της άναρχης ξύλευσης για την κάλυψη των αναγκών των αγροτών σε χρήσιμη ξυλεία και καυσόξυλα.
Στα ανάντι του ταμιευτήρα Θησαυρού
Το παραποτάμιο δάσος του Νέστου, που υφίσταται μόνο κατάντι των φραγμάτων, συντίθεται από ψηλές δενδροστοιχίες ώριμων ατόμων και έναν πολύ πλούσιο υπόροφο.
Αντίθετα, στις κατακλυσμένες κοιλάδες, το παραποτάμιο δάσος έχει νεκρωθεί και η παρόχθια ζώνη παραμένει άδεντρη λόγω της μεγάλης διακύμανσης της στάθμης του ταμιευτήρα.
Το λιβάδι Τεκ, το πιο χαρακτηριστικό αγροδασικό τοπίο της περιοχής του Σιδηρόνερου
Πατήστε για μεγέθυνση
Το λιβάδι Τεκ, το πιο χαρακτηριστικό αγροδασικό τοπίο της περιοχής του Σιδηρόνερου
Αντίστοιχα, το αγροδασικό τοπίο της παρανέστιας ζώνης είναι αισθητό μόνο γύρω από τις θέσεις μακρόχρονων ανθρώπινων εγκαταστάσεων και έντονης αγροτικής δραστηριότητας.
Γύρω από τους οικισμούς, όπου τα τοπία που διαμόρφωσε η γεωργία διατηρούνται ανοιχτά υπό την επιρροή της βόσκησης, τα είδη των παλιών καλλιεργειών, αροτριαίων και κηπευτικών, εξακολουθούν να προσελκύουν τα άγρια φυτοφάγα, ενώ οι οπωρώνες ελκύουν πολλά πουλιά, που με τη σειρά τους καλούν τα ημερόβια αρπακτικά.
Το χειμώνα, τα Ζαρκάδια (Capreolus capreolus) κατεβαίνουν στα παρανέστια λιβάδια
Η πρόσφατη στροφή στην εκτροφή βοοειδών έχει αλλάξει τον τρόπο αλληλεπίδρασης της κτηνοτροφίας με το οικοσύστημα, αφαιρώντας κάποιες παραμέτρους, όπως η τροφοδοσία του Λύκου, και προσθέτοντας νέες, όπως η ανάπτυξη μεγάλων αριθμών εντομοφάγων ειδών, που τρέφονται απός τους τεράστιους πληθυσμούς εντόμων που ενδημούν στους σωρους των κοπριών των αγελάδων.
Η πανίδα
Ο πλούτος τοπίων και μικρο-καταστάσεων του δρυοδάσους και του αγροδασικού περιβάλλοντος υποστηρίζει την παρουσία μιας μεγάλης ποικιλίας οργανισμών, που βρίσκουν εδώ πηγές τροφής και χώρο καταφυγίου όλο το χρόνο και κυρίως κατά τη χειμερινή περίοδο, που το ορεινό δάσος μπαίνει σε μια φάση ύπνωσης.
Τα πουλιά
Ανάμεσα στις ομάδες ζώων που επιλέγουν την παρανέστια ζώνη για τη διαχείμανση, πιο έντονη είναι η κινητικότητα των πουλιών. Για παράδειγμα, τα αρκακτικά του δάσους, όπως το Ξεφτέρι και το Διπλοσάινο, που ακολουθούν τους πληθυσμούς των στρουθιόμορφων, αφήνουν τα κωνοφόρα και κατεβαίνουν στην περιοχή, όπου θηρεύουν κυρίως τις ντόπιες (Τσαρτσάρες και Κελαηδότσιχλες) και νεοφερμένες τσίχλες (Κεδρότσιχλες και Κοκκινότσιχλες).
Το Χειμώνα, το Διπλοσάινο (Astur gentilis) προτιμά τη γεμάτη ζωή παρανέστια ζώνη
Την ίδια διαδρομή ακολουθούν το Δεκέμβρη και πολλά άλλα είδη, με εξαίρεση τα πουλιά που είναι εξοικειωμένα με το χιονισμένο δάσος, όπως οι Ελατοπαπαδίτσες, οι Σταυρομύτες, οι Πύρρουλες, οι Χιονοκότσυφες και κάποια μικροπούλια ακόμα. Έτσι, από την πρώτη βαρυχειμωνιά και μέχρι το Μάρτη, τα χαμηλά της Ροδόπης αναλαμβάνουν να φιλοξενήσουν τη βιοποικιλότητα που θα ξαναγυρίσει σταδιακά προς το βουνό με τους πρώτους οφθαλμούς της Οξιάς και της Ερυθρελάτης.
Κατοίκηση
Με φιλικό ανάγλυφο, ήπιο κλίμα και θέση ενδιάμεση των ημιορεινών και ορεινών πόρων, η παρανέστια ζώνη αποτέλεσε την κύρια περιοχή εποίκησης και μόνιμης κατοίκησης. Αν και τα τεκμήρια των αρχαίων εγκαταστάσεων και εργαλείων έχουν χαθεί πλέον μέσα στις λαβυρινθώδεις πτυχώσεις των πλαγιών, τα λιγοστά ευρήματα βεβαιώνουν ότι ο προϊστορικός άνθρωπος έφτασε και παρέμεινε στις ερημιές αυτές, αναζητώντας την ασφάλεια των απόμερων τόπων.
Έκτοτε, το παλίμψηστο της χρήσης γης στην περιοχή γράφτηκε και ξαναγράφτηκε πολλές φορές, συνήθως πάνω στις ίδιες τοποθεσίες και με ένα αλφάβητο που άλλαξε ελάχιστα από την αυγή της ιστορίας μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα. Και αυτή είναι μια μεγάλη διάρκεια, σε σχέση με τις εξελίξεις των τελευταίων δεκαετιών.
Το Οροπέδιο
Το Οροπέδιο, φωλιασμένο σε μια ομαλή λεκάνη, χαρτογραφεί μια από τις καταλληλότερες τοποθεσίες για αγροτική εγκατάσταση στην ευύτερη περιοχή του Σιδηρόνερου. Πράγματι, προ των Βαλκανικών πολέμων, η λεκάνη κατοικείτο από ένα αρκετά μεγάλο οικισμό, που λεγόταν Βλαδίκος και φιλοξενούσε γύρω στις 100 οικογένειες μουσουλμάνων. Λίγα χρόνια αργότερα, με τις ανταλλαγές πληθυσμών, εγκαταστάθηκαν κάπου 40 οικογένειες του Πόντου.
Το Μάιο του 1944, ως αντίποινα για την ήττα τους στη μάχη της γέφυρας Παπάδων, οι Βούλγαροι έκαψαν εντελώς το χωριό, που έκτοτε κατοικήθηκε ελλειπτικά για να εγκαταληφθεί σταδιακά.
Πάντως, ακόμα και σήμερα, το χειμώνα, χάρη και στην εύκολη επικοινωνία με το Σιδηρόνερο, στο Οροπέδιο καπνίζουν 2-3 τζάκια και λειτουργεί μια μεγάλη κτηνοτροφική μονάδα. Το καλοκαίρι ανοίγουν αρκετά σπίτια.
Το χωριό Οροπέδιο. Πίσω του διακρίνεται το Σιδηρόνερο
Πατήστε για μεγέθυνση
Το χωριό Οροπέδιο. Πίσω του διακρίνεται το Σιδηρόνερο
Η λεκάνη δεν είναι επίπεδη - η τοποθεσία δεν είναι πραγματικό οροπέδιο -, αλλά έχει ήπιο ανάγλυφο και πολλά λιβάδια. Ο οικισμός αποτελείται από 15-20 σπίτια, που διασπείρονται χωρίς σχέδιο και συνοχή στην κεφαλή της λεκάνης. Πιθανά αναπαράγοντας την διάταξη των αγροικιών του 19ου αιώνα, το χωριό δεν έχει πυρήνα: η ενοριακή εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το παλιό σχολείο βρίσκονται σε μια μικρή έξαρση, σε θέση περίοπτη αλλά έκκεντρη.
Στο χωριό τα κτήματα διατηρούν ακόμα άφθονα καρποφόρα, ενώ η περίμετρος, που σταδιακά αγριεύει, έχει γεμίσει με βάτα. Μέσα από τους ολιγοετείς κύκλους παραγωγής τους, δέντρα και θάμνοι τρέφουν την άγρια πανίδα που έχει επιστρέψει.
Μια βόλτα προς τα νότια θα ανταμοίψει τον επισκέπτη: το Οροπέδιο είναι από τα λίγα χωριά που προσφέρουν χορταστική θέα της κορυφογραμμής της Ροδόπης.
Το λιβάδι Τεκ
Το χαμηλότερο τμήμα του λιβαδιού Τεκ
Ανάμεσα στο Οροπέδιο και το Μαγνήσιο απλώνονται μια σειρά λιβάδια που παλιότερα βρίσκονταν υπό τη νομή μουσουλμάνου κτηνοτρόφου ονόματι Τεκ. Σήμερα το λιβάδι έχει ενταχθεί στα βοσκοτόπια της μονάδας των Κόκκινων, η οποία βρίσκεται αρκετά ψηλότερα.
Το γεφύρι των Λιβαδιών, ανάμεσα στο βοσκοτόπι Τεκ και το Μαγνήσιο
Αμέσως μετά το λιβάδι Τεκ, ένα ρωμαλέο μονότοξο γεφύρι μαρτυρά τη ζωή που ανθούσε άλλοτε στις έρημες αυτές πλαγιές.
Το Μαγνήσιο
Η εκκλησία του Αγίου Δημητρίου, ενοριακός ναός του Μαγνησίου
Το Μαγνήσιο, που παλιότερα λεγόταν Γκροζδέλ (ή Γκριζδέλ), είναι μικρός οικισμός στα πλατώματα πάνω από τον άξονα του Νέστου. Κτισμένος πάνω σε μια χωμάτινη ράχη, κοντά στα λιβάδια του Τεκ και σε επαφή με τα κτήματα της Σκαλωτής, το Γκροζδέλ ήταν βυθισμένο στην αργή ζωή μιας μεγάλης αλλά απόμερης αγροτικής περιφέρειας. Έτσι, οι Πόντιοι που εγκαταστάθηκαν εδώ μετά την ανταλλαγή πληθυσμών κουράστηκαν στους άφωνους ρυθμούς των δρυοδασών και μετοίκησαν προς πιο ζωντανούς τόπους.
Το σχολείο στο Μαγνήσιο στέκεται χάρη στην αντιβαρύτητα των κισσών
Κατά χώραν, μένει ο ανακαινισμένος ναός του Αγίου Δημητρίου και το βοηθητικό κτίσμα του, το ερείπιο του σχολείου, που θα είχε ήδη πέσει αν δεν το κρατούσαν όρθιο οι κισσοί, μια ποτίστρα και ένας σταύλος με αγελάδες.
Το Δέλτα
Το Δέλτα (αρχικά Βίτοβα ή Βίτοβο) είναι παλιό, σήμερα ακατοίκητο, χωριό της παρανέστιας ζώνης, στη διοικητική περιοχή του δήμου Νευροκοπίου.
Χωριό με καθαρά βαλκανική ένταξη, η Βίτοβα μέχρι το 1924 διατηρούσε έναν αμιγώς μουσουλμανικό πληθυσμό 300 περίπου κατοίκων, τους οποίους αντικατέστησαν ισάριθμοι Πόντιοι πρόσφυγες. Το 1928, η Βίτοβα μετονομάστηκε σε Δέλτα.
Το Δέλτα, στον Άνω Νέστο
Η εύθραυστη ισορροπία μιας οικονομίας της επιβίωσης ανατράπηκε οριστικά στη δεκαετία του 1940, τόσο λόγω των βουλγαρικών επιδρομών, όσο και λόγω των αλλαγών στην παραγωγή. Η θέση έχασε το ενδιαφέρον της και οι αγρότες μετακινήθηκαν είτε προς τους Ποταμούς, είτε προς το Νευροκόπι και τη Δράμα. Στην απογραφή του 2001 δεν βρέθηκε κανένας κάτοικος.
Οι Παπάδες
Οι Παπάδες ήταν χωριό Πομάκων, κτισμένο στο άκρο μιας σειράς δασωμένων, σχετικά ομαλών κοιλάδων της δυτικής πλευράς του Νέστου. Το 1923, στο χωριό, που τότε λεγόταν Παπάζ Κιόι, εγκαταστάθηκαν περίπου 50 οικογένειες Ποντίων, οι οποίοι αρχικά μπήκαν στα προϋπάρχοντα σπίτια.
Έναν αιωνα μετά, το χωριό είναι ουσιαστικά ακατοίκητο: το χειμώνα μόλις 2-3 σπίτια είναι ανοιχτά. Πάνω από το μικρό κυκλικό κόμβο που σημειώνει το κέντρο του οικισμού βρίσκεται η νεότερη εκκλησία του Αγίου Γεωργίου και το ανακαινισμένο, αλλά ανενεργό, σχολείο.
Παππάδες: Η εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. Στο βάθος, τα κτήρια του 1ου Λόχου
Οι Παπάδες συνδέονται με άσφαλτο με τη νεότερη γέφυρα που αποκαθιστά την επικοινωνία των δύο πλευρών στα ανάντι του κεντρικού κλάδου του ταμιευτήρα Θησαυρού. Ο ασφάλτινος δρόμος σταματά στο χωριό: στην είσοδο του οικισμού διατηρείται, σε κακή κατάσταση, ένα μεγάλο συγκρότημα κτηρίων, που υπήρξαν η έδρα του 1ου Λόχου. Ανάμεσα σε άλλα βοηθητικά κτίσματα, τα τρία κύρια κτήρια συνδυάζουν τη στρατιωτική αρχιτεκτονική με τη μνημειακή όψη.
Βόρεια από τα σπίτια αποκλίνουν τρεις δασικοί δρόμοι που καταλήγουν στους Ποταμούς και τη Μικρομηλιά, απευθείας ή μέσω της Λακκούδας. Και οι τρεις συνδέσεις είναι πρακτικά αδιάβατες το χειμώνα.
Η μάχη των Παππάδων
Μέσα στο βαλκανικό σκηνικό, οι διεκδικήσεις είναι προαιώνιες, πολύγλωσσες και πολύπλευρες και η έννοια «εχθρός» έχει πολλές αναγνώσεις. Αντανακλώντας ένα ακόμα πιο δυσνόητο και σκοτεινό παρελθόν, στη Ροδόπη του 1940 υπήρξαν πολλαπλές αντιπαλότητες: Βούλγαροι, Γερμανοί, αριστεροί αντάρτες, εθνικιστές αντάρτες, ελληνικός στρατός, Πόντιοι, χριστιανοί και μουσουλμάνοι εθελοντές.
Στην τοπική κλίμακα, ένα από τα πιο αισθητά γεγονότα της τελευταίας αυτής περιόδου είναι η μάχη της γέφυρας των Παπάδων, που έλαβε χώρα το τριήμερο 7-10 Μαΐου 1944 μεταξύ των δυνάμεων των Εθνικιστικών Ανταρτικών Ομάδων (ΕΑΟ) και των βουλγαρικών στρατευμάτων κατοχής, που αξιοποιούσαν την ανοχή των Γερμανών, προωθώντας τη σταδιακή προσάρτηση της Ανατολικής Μακεδονίας και της Θράκης. Οι αντάρτες του ΕΑΟ, υπό τον Αντών Τσαούς (Αντώνης Φωστερίδης), διεξήγαγαν έναν τοπικό απελευθερωτικό αγώνα κατά του βουλγαρικού επεκτατισμού και δεν συνέπλεαν με τους ευρύτερους στόχους των αριστερών αντάρτικων δυνάμεων, ούτε υιοθετούσαν τους πολιτικούς ελιγμούς του ΚΚΕ.
Καθότι υποστηρίζονταν από Άγγλους αξιωματικούς, οι αντάρτες του ΕΑΟ προσπάθησαν να υπερασπιστούν το συμμαχικό πεδίο ρίψεων πολεμοφοδίων στην περιοχή της Ελατιάς (Καρά Ντερέ), το οποίο έλεγχαν οι Άγγλοι. Για το σκοπό αυτό, οργάνωσαν ενέδρα στη γέφυρα των Παπάδων έναντι σημαντικής βουλγαρικής δύναμη με πολλά οχήματα. Οι αντάρτες διέθεταν αρκετό και βαρύ οπλισμό και μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν το ελαφρύ πυροβολικό και τις εναέριες επιθέσεις των βουλγαρικών δυνάμεων. Τελικά, αφού κατάφεραν να πλήξουν αριθμητικά και ψυχολογικά τους αντιπάλους τους, αποσύρθηκαν με μικρές απώλειες προς τα αχανή δάση της Ροδόπης.
Αν και η στρατιωτική σημασία της μάχης στη γέφυρα των Παπάδων ήταν μάλλον μέτρια και από την άλλη το αντίτιμο που πλήρωσε ο τοπικός πληθυσμός ήταν βαρύ - όλα τα χωριά της περιοχής πυρπολήθηκαν και αρκετοί άμαχοι εκτελέστηκαν ή εκτοπίστηκαν, - η στρατηγική διάσταση ήταν σημαντική, καθώς καθυστέρησε έγκαιρα την προώθηση των βουλγαρικών σχεδίων για διέξοδο προς το Αιγαίο. Το θέμα ήταν καίριο, γιατί σύντομα η Βουλγαρια θα περνούσε στην πλευρά των Συμμάχων και θα διεκδικούσε τους ίδιους στόχους από το νέο ρόλο της.
Το λιτό ηρώο κοντά στη νεότερη γέφυρα του Νέστου αναμετρά τη θυσία των ανθρώπων της Ροδόπης για να κρατήσουν τον τόπο τους.
Η Σταυρούπολη
Το οικιστικό κέντρο της περιοχής της Χαϊντούς είναι η Σταυρούπολη, σημείο αναφοράς στο μέσο ρου του Νέστου και μέχρι πρόσφατα έδρα δήμου. Αν και τις τελευταίες δεκαετίες η Σταυρούπολη έχασε τα περισσότερα από τα στηρίγματα του δευτερογενή και τριτογενή (εργοστάσιο μοκέτας, εστιατόρια, καφέ, στρατόπεδο, εμπορικά), διατηρεί ένα καλά εξοπλισμένο Κέντρο Υγείας, δευτεροβάθμια εκπαίδευση και αρκετές υπηρεσίες και συνεπώς εξακολουθεί να στηρίζει ικανοποιητικά ένα μικρό γαλαξία χωριών και στις δυο πλευρές του Νέστου.
Άνω και Κάτω Καρυόφυτο
Το Κάτω Καρυόφυτο
Τα δίδυμα Άνω Καρυόφυτο και Κάτω Καρυόφυτο, που φωλιάζουν σε δυο γειτονικές λεκάνες χωρισμένες από μια ράχη, σηματοδοτούν το τέλος της παρανέστιας ζώνης και την αρχή του ορεινού τοπίου της Χαϊντούς. Μεγαλύτερο και πιο ζωντανό, όντας και πάνω στον κεντρικό δρόμο, το Κάτω Καρυόφυτο διατηρεί δυο-τρεις επιχειρήσεις διαμονής και εστίασης και ένα καφενείο. Στο Άνω Καρυόφυτο δίπλα στο βυζαντικό ναό του Αγίου Γεωργίου, έχει ανακαινιστεί ένα παλαιό μονότοξο γεφύρι, ενώ λίγο στα ανάντι της ίδιας ρεματιάς σώζεται ο επίσης παμπάλαιος νερόμυλος του χωριού.
Το τοξωτό γεφύρι στο Άνω Καρυόφυτο
Προσπέλαση και περιήγηση
Η παρανέστια ζώνη δεν έχει ενιαία πρόσβαση: κάθε επιμέρους ενότητα έχει μια τοπική προσπέλαση, από το πλησιέστερο ασφάλτινο δίκτυο. Αυτό είναι ένα σημαντικό εμπόδιο στην εξερεύνηση της περιοχής.
Η δημιουργία των ταμιευτήρων στο Νέστο επέτεινε το πρόβλημα της αποξένωσης των εκατέρωθεν της κεντρικής μισάγγειας ζωνών, καθώς η ζώνη της κοίτης, που αποτελούσε μέρος του βατού αναγλύφου, έχει πλέον κατακλυσθεί, ενώ οι πολλαπλές εγκάρσιες διασυνδέσεις έχουν αντικατασταθεί από λίγες μεγάλες οδικές γέφυρες. Έίναι δυσεξήγητο γιατί ο ταμιευτήρας του Θησαυρού δεν έχει περιμετρικό δρόμο: ο δρόμος αυτός θα επέτρεπε την ανάπτυξη ενός οδικού-περιηγητικού τουρισμού και δραστηριοτήτων αναψυχής.
Ο δρόμος από το Σιδηρόνερο προς το φράγμα του Θησαυρού είναι κλειστός μετά το Μαγνήσιο
Ένα επιπλέον πρόβλημα έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια με την μεγάλη κατολίσθηση που έχει αποκόψει την επικοινωνία του Σιδηρόνερου με το φράγμα του Θησαυρού. Ο χωματόδρομος, που είναι χαλικόστρωτος καλής βατότητας, εξυπηρετεί τους κτηνοτρόφους μέχρι και το έρημο χωριό Μαγνήσιο. Η προσπέλαση του φράγματος γίνεται πλέον μόνο από το Παρανέστι, μέσω της της Πλατανόβρυσης.
Χωρίς ενιαία πρόσβαση, η παρανέστια ενότητα κερματίζεται σε ενότητες καταδικασμένες στο μαρασμό και την εγκατάλειψη.
Κείμενο και φωτογραφίες: Τ. Αδαμακόπουλος
topoguide Greece
Η παρανεστια ζωνη
Ο οδηγός topoguide για το Εθνικό Πάρκο Ροδόπης είναι διαθέσιμος για συσκευές Android μαζί με άλλες δεκάδες περιοχές της Ελλάδας, μέσα στη γενική εφαρμογή topoguide Greece. Το Εθνικό Πάρκο Ροδόπης περιλαμβάνεται στην ομάδα των Εθνικών Πάρκων Ελλάδας. Αποκτήστε τον οδηγό topoguide Εθνικό Πάρκο Ροδόπης ως in-app purchase μέσα από την εφαρμογή.
Ο οδηγός topoguide για το Εθνικό Πάρκο Ροδόπης είναι επίσης διαθέσιμος για συσκευές iOS (iPhone και iPad) μέσα από την γενική εφαρμογή πεζοπορικών περιοχών Topoguide Greece. Αποκτήστε τον οδηγό topoguide για το Εθνικό Πάρκο Ροδόπης ως in-app purchase μέσα από την εφαρμογή.
Είναι πολύ ενδιαφέρον ότι το topoguide Greece έχει τη δυνατότητα ταυτόχρονης απεικόνισης από πέντε έως και δεκαπέντε περιοχών, επιτρέποντας έτσι την συνολική προβολή πολλών Εθνικών Πάρκων της Ελλάδας και την εύκολη εναλλαγή των διαδρομών, των εκατοντάδων Σημείων Ενδιαφέροντος και των δεκάδων σελίδων του οδηγού με τις αναρίθμητες φωτογραφίες.

