Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες

Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες

Κείμενο: Κατερίνα Ζαγκαρέτου *
Φωτογραφίες: Τ. Αδαμακόπουλος

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Μεγάλο ασβεστοκάμινο στο Λαμπρανό

Ο φιλοπερίεργος πεζοπόρος της Σαλαμίνας, αλλά και ο επισκέπτης που θα περπατήσει, έστω και για λίγο, στα μονοπάτια του νησιού, θα εντοπίσουν σημάδια, που μαρτυρούν την μακραίωνη και εντατική εκμετάλλευση των πόρων του δάσους.

Αν και η αξιοποίηση των δασικών πόρων, στη Σαλαμίνα και αλλού, τεκμηριώνεται από τη βαθειά αρχαιότητα, η πλήρης ένταξή της στην εκχρηματισμένη οικονομία εντοπίζεται κάπου στο 14ο αιώνα, όταν οι πρώτοι Αρβανίτες που μετοίκισαν στο νησί μετέφεραν τις παραδοσιακές τεχνικές τους. Η ομαλή συνύπαρξη με τους ντόπιους νησιώτες και Αθηναίους εποίκους, είχε ως αποτέλεσμα, μέσω της ανταλλαγής γνώσεων και εμπειριών, την άνθηση μιας αγροτικής οικονομίας του βουνού για μια μακρά περίοδο που διήρκεσε μέχρι και τη δεκαετία του 1970.

Οι τρεις κύριες παραγωγικές ασχολίες που επέδρασαν καθοριστικά στην κατάσταση διατήρησης του δάσους, είναι η ρητινοσυλλογή - είτε για την άμεση εμπορία της ρητίνης, είτε την παραγωγή κατραμιού ή άλλων προϊόντων κατεργασίας - , η ασβεστοποιϊα και η καρβουνοποιϊα. Άλλες πρόσοδοι, όπως η υλοτομία, η εκτατική κτηνοτροφία και η καλλιέργεια συγκεκριμένων θέσεων, συμπλήρωναν το παραπάνω τρίπτυχο.

Το δάσος ως οικονομικός πόρος
μια σχέση αρμονικής συνύπαρξης
ανάμεσα στον οργανισμό και τον άνθρωπο

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Ο σύγχρονος πεζοπόρος ως επισκέπτης του αρχαίου δάσους

Το δάσος αποτελούσε στη Σαλαμίνα, όπως και σε πολλές άλλες περιοχές της Ελλάδας, ένα πολύπλευρο πόρο, που στήριζε την οικονομία αλλά και την καθεαυτό επιβίωση πολλών αγροτικών οικογενειών του νησιού, και έμμεσα, ένα μέρος της τάξης των εμπόρων και αρκετά επαγγέλματα του δευτερογενούς τομέα.

Κοινωνικά, οι δραστηριότητα των Κουλουριωτών στο δάσος γίνονταν στη βάση της οικογενειακής μονάδας. Εκτός των ανδρών της οικογένειας, που αναλάμβαναν την καθεαυτό παραγωγική διαδικασία, τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας επιφορτίζονταν με τη συντήρηση και τον καθαρισμό των μονοπατιών πρόσβασης στα σημεία παραγωγής, καθώς και του χώρου εργασίας γύρω από τα πεύκα και τα καμίνια. Η επιμέλεια και η αίσθηση ευθύνης απέναντι στο δάσος από πλευράς των οικογενειών αυτών φαίνεται μέχρι και σήμερα λόγω της ανοιχτής και φωτεινής δομής του δάσους και της καλής κατάστασης των μονοπατιών που εξυπηρετούσαν τη διαδικασία και οδηγούν συνήθως σε κάποιο ερειπωμένο καλύβι, ασβεστοκάμινο ή ρετσινόλακκο.

Πέραν της αξιοποίησης της ρητίνης και της χρήσης των δευτερευόντων κλάδων του πεύκου για την καύση του καρβουνιάρικου και του ασβεστοκάμινου, η άμεση συγκομιδή ξύλου, δηλαδή η υλοτομία του πεύκου, γινόταν αποκλειστικά για προσωπική χρήση των αγροτικών οικογενειών. Έτσι το ξυλώδες κεφάλαιο του δάσους έμενε άθικτο - και αυτό χωρίς κάποιο διαχειριστικό σχέδιο ή τη βοήθεια κάποιας μετρητικής μεθόδου, απλώς αξιοποιώντας μια εμπειρική αλλά αλάθητη προσέγγιση της αειφορίας, που τρεφόταν από τη διαισθητική επαφή με το δέντρο και την βεβαιότητα της αμοιβαίας ωφέλειας με το ζωντανό δάσος.

Η ρητινοσυλλογή

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Χαρακωμένο πεύκο στα δάση της μονής Αγίου Νικολάου

Η δραστηριότητα που έχει σημαδέψει βαθύτερα και κυριολεκτικά το δασικό τοπίο της Σαλαμίνας είναι η ρητινοσυλλογή.
Η περίοδος της ρητινοσυλλογής ξεκινούσε τον Απρίλη και τελείωνε με τις πρώτες βροχές του Οκτώβρη. Η διαδικασία έχει ως εξής: Το δέντρο πελεκούνταν με σκεπάρνι και διανοιγόταν μια κάθετη τομή συγκεκριμένων διαστάσεων. Στη βάση της τομής τοποθετούνταν δοχείο συλλογής του ρετσινιού. Ανά 15 μέρες η διαδικασία επαναλαμβάνονταν στο ίδιο σημείο, προκειμένου να μεγιστοποιηθεί η έκκριση της ουσίας, ως αντίδραση των ρητινοφόρων αγωγών του οργανισμού στο τραύμα που προκλήθηκε, προκειμένου να επουλωθεί. Μια παραλλαγή της μεθόδου ήταν η οριζόντια διάνοιξη της τομής, με μεγαλύτερο δηλαδή πλάτος και μικρότερο ύψος. Ο πρώτος τρόπος ονομάζεται «Αγκιστριώτικος» και ο δεύτερος «Μαντραναίικος».
Η κάθε οικογένεια μετρούσε την ποσότητα που παρήγαγε, με βάση τη μονάδα μέτρησης της ρητίνης που ονομάζονταν «καρόκι». Ο ίδιος όρος χρησιμοποιούνταν για να περιγράψει και το μεγαλύτερο δοχείο συλλογής, στο οποίο μετέφεραν το ρετσίνι από τα δοχεία των κορμών. Στη συνέχεια αποθήκευαν προσωρινά το ρετσίνι στο «ρετσινόλακκο» μέχρι να περάσει ο έμπορος να το παραλάβει. Ο ρετσινόλακκος - ή αλλιώς «σπιθάρι» - , είναι ένας πέτρινος ορθογώνιος λάκκος, κατασκευασμένος σε σκιερές και προστατευμένες θέσεις μέσα στο δάσος, χτισμένος από ντόπια πέτρα και στεγανοποιημένος με κονίαμα. Το ρετσίνι από το ρετσινόλακκο συγκεντρώνονταν σε υφασμάτινους σάκκους, που αποκαλούσαν «τουλούμια» και στοιβάζονταν στα πλοία προς το πλησιέστερο εργοστάσιο επεξεργασίας. Ακόμα και σήμερα, μπορούμε να εντοπίοσουμε δεκάδες ρετσινόλακκους περπατώντας στα μονοπάτια του νησιού, τα οποία εξυπηρετούσαν και τότε αυτές τις εργασίες.

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Ρετσινόλακκος. Η τσιμεντοκονία μαρτυρά σχετικά πρόσφατη χρήση
Οι ρητινοπαραγωγοί κατέβαλλαν νοίκι στην Κοινότητα ή και σε μοναστήρια που είχαν δασικές ιδιοκτησίες, όπως αυτό της Φανερωμένης, προκειμένου να εκμεταλλεύονται το δάσος. Σε περίπτωση που η περίοδος ρητινοπαραγωγής δεν ήταν ικανή να αποδώσει αρκετά έσοδα για τις οικογένειες, αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν προσωρινά, προκειμένου να μπορέσουν να αποδώσουν τον ανάλογο φόρο στις Συντεχνίες και να βγάλουν ένα ικανοποιητικό εισόδημα μέχρι την επόμενη χρονιά. Συνήθως, μια οικογένεια μπορούσε να ασχολείται με παραπάνω από μια δραστηριότητα, κυρίως λόγω της εποχικότητας των εργασιών και της χαμηλής κερδοφορίας τους.

Σημαντική είναι και η συμβολή της δημοτικής αρχής, η οποία στήριζε την κινητικότητα των ντόπιων οικογενειών και στα τέλη του 18ου αιώνα οικοδόμησε μονάδα αποθήκευσης των δασικών προϊόντων συγκομιδής.

Αργότερα, ανεγέρθησαν δυο εργοστάσια επεξεργασίας ρητίνης, που λειτουργούσαν μέχρι και τα τέλη της δεκαετίας του 70’. Έκτοτε, η ρητίνη αντικαθίσταται όλο και περισσότερο από χημικές ουσίες.

Η ρητίνη χρησιμοποιείται ακόμα και σήμερα ως συγκολλητική ουσία και παραμένει ένα τεχνικό υλικό με ιδιότητες μοναδικές, που δεν έχει χάσει πλήρως την αξία του. Αντί για την επαναλαμβανόμενη τομή, σήμερα πραγματοποιείται μια επιφανειακή αποφλοίωση και τοποθετείται πάστα θειικού οξέος, που διεγείρει την παραγωγή ρητίνης. Με απευθείας απόσταξη της ρητίνης παράγεται η πίσσα. Ακόμα, το ρετσίνι χρησιμοποιείται στην παραγωγή κρασιού (ρετσίνας) και στη φαρμακευτική, ενώ παράγωγό του είναι το κατράμι, που χρησιμοποιείται στη στεγανοποίηση των πλοίων,. Αποτελεί το κυριότερο συστατικό του τερεβινθέλαιου (κοινώς νέφτι), ενώ η στερεή μορφή του είναι το κολοφώνιο, το οποίο χρησιμοποιείται ως συγκολλητική ουσία. Ρητινοσυλλογή σήμερα γίνεται στην Εύβοια, στη Χαλκιδική, στη Σκόπελο, στην Κορινθία, και σε ελάχιστες περιοχές της Αττικής.

Τα ασβεστοκάμινα

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Παραδοσιακό ασβεστοκάμινο στα Κανάκια. Το επιστόμιο, που χρήζει σταθεροποίησης, έχει κτιστεί με αδρομερή υλικά

Η παραδοσιακή διαδικασία κατασκευής ασβέστη διαφοροποιείται πλήρως από την ασβεστοποιϊα στα «συνεχούς λειτουργίας» βιομηχανικά ασβεστοκάμινα, με τη χρήση λιγνίτη ή πετρελαίου. Η παραδοσιακή ασβεστοποιϊα πραγματοποιούνταν εξ ολοκλήρου μέσα στο δάσος, γύρω από την κεντρική υποδομή της παραγωγής, το ασβεστοκάμινο.
Οι ασβεστάδες, στην κατάλληλη από πλευράς πρόσβασης και εδάφους θέση, καθάριζαν ένα κύκλο από την καύσιμη ύλη και άνοιγαν ένα κυλινδρικό όρυγμα, τα τοιχώματα του οποίου στερέωναν με ξερολιθιά, όπου και όταν ήταν αναγκαίο. Στη βάση του καμινιού τοποθετούσαν μια σιδερένια σχάρα, πάνω στην οποία στοιβάζονταν αλλεπάλληλες στρώσεις ασβεστόλιθου και κάρβουνου. Το καμίνι γέμιζε με καύσιμα υλικά, φρύγανα, θάμνους και καυσόξυλα και η πρώτη στρώση τροφοδοτούνταν τακτικά ώστε να υποστηρίξει την καύση των υπολοίπων. Η διάρκεια της καύσης έφτανε τις 15 μέρες. Μεμονωμένα κομμάτια ασβέστη αφαιρούνταν, αποθηκεύονταν και προορίζονταν για πούλημα. Στο τέλος της διαδικασίας, το ασβεστοκάμινο κρύωνε με φυσικό αερισμό.

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Βιοτεχνικό ασβεστοκάμινο στην Κυνόσουρα
Η παραγωγή ασβέστη είναι μια επίπονη εργασία, που λόγω της εποχικής ζήτησης του ασβέστη, εκτελούνταν κυρίως το καλοκαίρι κάτω από το δυνατό ήλιο και σε συνθήκες πολύ υψηλών θερμοκρασιών εξαιτίας της καύσης.

Ο ασβέστης χρησιμοποιούνταν κυρίως στην οικοδομική, είτε ως συνδετική ύλη μεταξύ των υλικών είτε ως επίχρισμα και στο "άσπρισμα" κτιρίων - τα «ασβεστωμένα» σπίτια του Αιγαίου, έχουν χαρακτηρίσει τη χώρα μας με την αισθητική τους. Επίσης, ο ασβέστης χρησιμοποιείται ως πρόσθετο σε άγονα ή υγρά όξινα εδάφη. Άλλες χρήσεις είναι η βιομηχανία και η βυρσοδεψία. Διάλυμα ασβέστη βρίσκει εφαρμογή στη βαφή του κάτω μέρους του κορμού των δέντρων, αποτρέποντας την εξάπλωση των μυκήτων και των εντόμων, χάρη στις απολυμαντικές ιδιότητές του, ενώ χρησιμοποιούνταν ακόμα και στα γλυκά του κουταλιού, για το σφίξιμο της σάρκας των φρούτων.

Τα καρβουνιάρικα

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες:
Παραδοσιακό καρβουνιάρικο στη Γλυφάδα, Κεντρική Εύβοια

Η διαδικασία παραγωγής κάρβουνου μοιάζει με την παραδοσιακή ασβεστοποιϊα. Η διαφορά βρίσκεται στην τοποθέτηση της καύσιμης ύλης, η οποία αποτελούνταν από πριστή ξυλεία καλής ποιότητας, με τα ξυλοτεμάχια να βρίσκονται ομοιόμορφα διατεταγμένα, σε «ντάνες». Πολλές πηγές επιβεβαιώνουν ότι δεν χρησιμοποιούνταν πεύκα, αλλά δασικά είδη που προμηθεύονταν μόνο γι’αυτό το σκοπό. Έτσι, το δάσος δεν υποβαθμίζονταν λόγω της μεγάλης παραγωγής κάρβουνου. Η βλάστηση της Σαλαμίνας ήταν ιδανική για την παραγωγή αυτή, διότι τα κατάλληλα είδη, όπως το πουρνάρι, ο σχίνος, ο κέδρος και οι ελιές, ήταν από τα πιο διαδεδομένα στο νησί. Τα ξύλα κόβονταν στο κατάλληλο μέγεθος προκειμένου το τελικό τεμάχιο κάρβουνου να έχει τις κατάλληλες διαστάσεις και αφήνονταν στοιβαγμένα ώστε να στεγνώσουν καλά, προτού μπουν στο καμίνι.

Στο καμίνι αφήνονταν ένα κενό στη βάση, με σκοπό να ελέγχεται η θερμοκρασία του, σβήνοντας ένα μέρος ή προσθέτοντας περισσότερη καύσιμη ύλη. Η σωστή τεχνική ξεχώριζε στον τρόπο με τον οποίο στοιβάζονταν τα ξύλα, τα οποία έπρεπε να είχαν την κατάλληλη επαφή και να σχηματίζουν ένα τρούλο. Ανάλογα με τις συνήθειες της κάθε οικογένειας, το καμίνι σκεπάζονταν σε διάφορα σημεία με λαμαρίνα ή χώμα και διανοίγονταν πλάγιοι αγωγοί, για να υπάρχει ομοιόμορφη καύση. Σε περίπτωση που υπήρχε περισσότερο οξυγόνο στο εσωτερικό του καμινιού, το κάρβουνο θα μετατρέπονταν σε στάχτη και η διαδικασία έπρεπε να επαναληφθεί από την αρχή, γεγονός που μαρτυρά την μεγάλη και συνεχή προσοχή που έπρεπε να δίνει ο καρβουνιάρης σε όλη τη διάρκεια της παραγωγής.

Σήμερα στη Σαλαμίνα, δεν απομένουν καθόλου ίχνη των καρβουνιάρικων. Παρόλο που η εμπορία άγριου κάρβουνου είναι σχετικά επικερδής σήμερα, λόγω της εξαιρετικά απαιτητικής διαδικασίας παραγωγής, ελάχιστες τέτοιες επιχειρήσεις διασώζονται πλέον στην Ελλάδα.

Το δάσος της Σαλαμίνας σήμερα

Μικρή Αττική topoguide
Δάσος και παραγωγικές δραστηριότητες στη Σαλαμίνα:
Πεζοπορία στα δάση της Σαλαμίνας

Περπατώντας σήμερα στα μονοπάτια της Σαλαμίνας, όπως και στα μονοπάτια άλλων περιοχών, μπορεί κανείς να βρει τα κατάλοιπα αυτών των εργασιών που αναφέρθηκαν. Φυσικά, λόγω της παύσης των εργασιών αλλά της μεγάλης μείωσης της κτηνοτροφίας, το δάσος έχει πυκνώσει σε σχέση με τις προηγούμενες δεκαετίες, κυρίως στο επίπεδο της κόμης. Το γεγονός αυτό καθιστά το νησί της Σαλαμίνας έναν ιδανικό προορισμό πεζοπορικού τουρισμού.

Η ρητινοσυλλογή, όπου γίνεται σήμερα, αποτελεί μια σχετικά εξελιγμένη δραστηριότητα, που γίνεται με μεγάλη προσοχή και επιδέξιους χειρισμούς, οι οποίοι δεν οδηγούν ποτέ σε νέκρωση των δένδρων. Έτσι, το δάσος της Σαλαμίνας, ένα από τα μεγαλύτερα αμιγή πευκοδάση της χώρας, παραμένει υγιές και ακμαίο.

Πάνω στη βάση που αναλύσαμε πιο πάνω, της μέγιστης δηλαδή συμβολής του δάσους στην επιβίωση σημαντικού μέρους του πληθυσμού του νησιού, και κυρίως των φτωχότερων αγροτικών οικογενειών, εδράζεται τόσο η καθεαυτό έγνοια για το δάσος, όσο και η πιο οργανωμένη έκφρασή της, δηλαδή η εγρήγορση των τοπικών υπηρεσιών δασικής προστασίας και πυρόσβεσης. Με την συστηματική εφαρμογή μέτρων πρόληψης και καταπολέμησης των δασικών πυρκαγιών, το δάσος δεν έχει καταστραφεί ποτέ σε μεγάλη κλίμακα. Οι πολυάριθμες αντιπυρικές λωρίδες, το μεγάλο δίκτυο δασικών δρόμων και η συχνή απομάκρυνση της καύσιμης ύλης διαμορφώνουν ένα ασφαλέστερο δάσος, μια εικόνα που αντιλαμβάνεται εύκολα και ο επισκέπτης. Αν και η αίσθηση του ανέγγιχτου και παρθένου δάσους απουσιάζει, η εύκολη πρόσβαση στα μονοπάτια και η συχνή συντήρησή τους, κάνουν τον περιπατητή να αισθάνεται ασφάλεια.

Πηγές

  • Βελτανισιάν, Π. (2018). Η ταυτότητα της Σαλαμίνας από τα τέλη του 17ου αιώνα έως και τα μέσα του 19ου αιώνα. Μια ιστορική και λαογραφική προσέγγιση μέσα από δικαιοπρακτικά έγγραφα αρχείων, προφορικές παραδόσεις, περιηγητικά κείμενα και άλλες πρωτογενείς πηγές. Διδακτορική διατριβή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών
  • Δεμέτης Γ. (2011). Ξυλοκάρβουνα. Ημέρα Ζακύνθου. Ανακτήθηκε από https://www.imerazante.gr/2011/09/15/31337
  • Καπετάνιος Α. Β. (2018). Τι ήταν τα ασβεστοκάμινα (ασβεσταριές) που έφτιαχναν ασβέστη που υπήρχε σε κάθε ελληνικό σπίτι; Ξηρόμερο Press. Ανακτήθηκε από https://xiromeropress.gr
  • Οικονόμου Α. (1989). Η παραγωγή του κάρβουνου στα Βίλια Αττικής. Εθνογραφικά, τ.6, σελ. 87-96
  • Οικονόμου Α. (1993). Παραγωγή και εμπορία της ρητίνης στα Βίλια Αττικής. Εθνολογία, τ.2, σελ. 5-21
  • Οικονόμου Α. (2007). Φύση, τεχνολογία και κοινωνία στις ορεινές κοινότητες του Κιθαιρώνα. Οδυσσέας
  • Τσουμής Γ. (2009). Συγκομιδή δασικών προϊόντων. Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Γαρταγάνης

* H Κατερίνα Ζαγκαρέτου είναι Δασολόγος – Περιβαλλοντολόγος ΑΠΘ