Τα χωριά του Ολύμπου

Τα χωριά του Ολύμπου

Κείμενο και φωτογραφίες: Τ. Αδαμακόπουλος

Το οικιστικό πλέγμα του Ολύμπου καθορίζεται από την μορφολογία του βουνού, που είναι στην ουσία ένας εξαιρετικά συμπαγής όγκος, με ελάχιστη εσωτερική γεωγραφία. Οι μοναδικές αξιόλογες πτυχώσεις του Ολύμπου, που θα μπορούσαν να φιλοξενήσουν έναν οικισμό, δεν παρουσιάζουν πειστικά επιχειρήματα για μια μόνιμη κατοίκηση, έναντι της προσωρινής εγκατάστασης ορεινών εποχικών συνοικήσεων, που εκκινούν από ένα πεδινό ή ημιορεινό χωριό.

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Το Λιτόχωρο και η πιερική ακτή

Τα χωριά των νότιων και δυτικών απολήξεων, παρόλο που είναι κτισμένα σε πραγματικά ορεινές θέσεις - η Καρυά και η Συκαμινιά βρίσκονται στα 900 μ. υψόμετρο, η Κρυόβρυση και η Καλλιπεύκη τολμούν να σταθούν στα 1050 μ. - είναι σαφώς στραμένα προς τον υποκείμενο κάμπο και είχαν συστηματικά περισσότερες σχέσεις με τα ημιορεινά κέντρα, όπως η Ελασσόνα. Από πλευράς γεωγραφικής θέσης και παραγωγικής δομής, μόνο ο Κοκκινοπηλός, που σκαρφαλώνει στα 1120 μ., θυμίζει το τυπικό ορεινό χωριό της Ρούμελης ή της Πίνδου.

Στη ΒΑ και ανατολική πλευρά του Ολύμπου απλώνεται μια πολυάνθρωπη οικιστική ζώνη, που αν και διατηρεί τις σχέσεις της με το βουνό, έχει εδώ και πολλές δεκαετίες στρέψει το ενδιαφέρον της προς τη θάλασσα και τον οδικό άξονα που ωρίμασε στα πόδια της. Η Βροντού, η Καρίτσα και το Δίον στα ΒΑ, η Λεπτοκαρυά και η Σκοτίνα και ο Παντελεήμονας στα ΝΑ, έχουν ενσωματώσει τις ταχείες αλλαγές του τριτογενή τομέα, κρατώντας ωστόσο στα μητρικά εδάφη τις παλιές ιδιοκτησίες - ερείπια ή νεώτερες οικήσεις, ανάλογα με την περίσταση.

Ο μοναδικός οικισμός που διατήρησε το δυισμό πεδινών και ορεινών διεξόδων, είναι το Λιτόχωρο. Συνυφασμένο στο τοπικό υποσυνείδητο με τον Όλυμπο, το Λιτόχωρο είναι ένα πεδινό χωριό - η κεντρική πλατεία του βρίσκεται στα 300 μ. - που εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από ένα ορεινό σύμβολο.

Το Λιτόχωρο

Παρόλο που στο όνομά του υπάρχει το συνθετικό -χωριό, το Λιτόχωρο, με πληθυσμό 7.000 κατοίκων, είναι μια μικρή πόλη, με όλες τις υποδομές και εξυπηρετήσεις ενός τουριστικού πόλου και τη φυσιογνωμία ενός αστικού κέντρου.

Ο παλιός πυρήνας του Λιτοχώρου ακουμπά στις βραχώδεις απολήξεις του Ολύμπου, η επέκταση ωστόσο της κώμης απλώνεται χαμηλότερα, στο μεγάλο ριπίδιο από κροκάλες και ποτάμιες αποθέσεις που μετέφερε ο Ενιπέας από την καρδιά του βουνού. Άλλωστε, ο λόγος που το χωριό κτίστηκε εδώ είναι τα άφθονα νερά του ίδιου του Ενιπέα: εκτός από την αξιοποίηση των προκεχωρημένων θέσεων κοντά στις πηγές του μικρού αλλά ορμητικού αυτού ποταμού, όπως τα Πριόνια, όπου λειτουργούσαν λιτοχωρινά νεροπρίονα, το Λιτόχωρο είναι ο μοναδικός οικισμός που εκμεταλλευόταν τον κάτω του ρου του Ενιπέα, για ύδρευση, άρδευση και για τις σπουδαίες υδροκίνητες βιοτεχνίες του, καθότι το νερό του ποταμού χάνεται στην κοίτη της βαθειάς μισγάγγειας λίγο μετά τον οικισμό.

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Το Λιτόχωρο
Το Λιτόχωρο πρωτο-εμφανίζεται στις πηγές κάπου στον 14ο αιώνα, προφανώς ως μια συνοίκηση μικτής οικονομίας: κυρίως γεωργία, χάρη στο άφθονο νερό, κτηνοτροφία, χάρη στου ανεξάντλητους λιβαδικούς πόρους του βουνού, υλοτομία και βιοτεχνίες του νερού - νεροπρίονα, ντριστέλες, νερόμυλοι. Καθώς το χωριό δεν ήταν ορεινό, αλλά σοφά τοποθετημένο σε ίση απόσταση ανάμεσα στους ορεινούς και τους παράκτιους πόρους, πολλοί Λιτοχωρινοί απασχολούνται σε επαγγέλματα της θάλασσας, στην αρχή παραπλέοντας τις κοντινές ακτές ως ψαράδες, αλλά σταδιακά προσανατολιζόμενοι προς τη μεγάλη ναυτιλία, κυρίως ως ναυτικοί. Αυτή η εξοικείωση με το ταξίδι και την εποχική αποδημία έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην αφύπνιση και την περαιτέρω εξέλιξη της κοινωνίας του χωριού και είναι πιθανόν το στοιχείο που το έκανε πόλη.

Από πλευράς αρχιτεκτονικής, το Λιτόχωρο συγκρατεί στη ζώνη του παλιού πυρήνα του μερικά επίσημα κτίρια και λίγα αρχοντικά του 19ου αιώνα, δείγματα της τυπικής αισθητικής και οικοδομικής σχολής της περιόδου αυτής της Μακεδονίας. Πιο κάτω, στη ζώνη όπου η κώμη ανανεώνεται και προσαρμόζεται στις επιταγές των καιρών, συναντάμε όλους τους τύπους οικοδομικής αισθητικής και κυρίως την έλλειψή της. Αντίθετα, λίγο ψηλότερα από τον οικισμό και κάπως έκκεντρα οργανώνεται σταδιακά η ζώνη μιας πιο εύπορης τάξης της μικρής λιτοχωρινής κοινωνίας, που κτίζει μεγάλες, συχνά επιβλητικές, οικίες σε μεγάλα αγροτεμάχια.

Σήμερα το Λιτόχωρο είναι πρωτεύουσα του Δήμου Δίου-Ολύμπου και προσφέρει τις ανάλογες υπηρεσίες κοινωνικής και τεχνικής υποδομής. Φύλακας της πύλης του Ολύμπου και βασικός μέτοχος της μεγάλης τουριστικής ζώνης της πιερικής ακτής, η κώμη είναι στραμένη κυρίως στον τουρισμό και γενικότερα την παροχή υπηρεσιών. Σε ελάχιστη απόσταση από τον αναβαθμισμένο αυτοκινητόδρομο Αθηνών-Θεσσαλονίκης και με μια ευρύτατη εμπειρία υπηρεσιών διαμονής και εστίασης, το Λιτόχωρο είναι μια πλούσια πόλη, που επενδύει έξυπνα στο πολύπλευρο προφίλ της, αναπλάθωντας το μύθο της μέσα από εκδηλώσεις, εκθέσεις και μουσεία. Αναβαθμίζοντας συνεχώς τις μικρές λεπτομέρειες - πλατείες, χώρους αναψυχής, μονοπάτια, σημεία θέας - και προβάλλοντας έντονα το στοιχείο του Ολύμπου, συνδυάζοντας τις άπειρες δυνατότητες ορειβασίας με τους αγώνες ορεινού τρεξίματος, το Λιτόχωρο έχει πρακτικά υιοθετήσει το γειτονικό αρχαιολογικό χώρο του Δίου και καλλιεργεί κατάλληλα το θρησκευτικό τουρισμό.

Ενδιαφέροντα στοιχεία της κώμης, που αξίζει να επισκεφθείτε είναι το Ναυτικό Μουσείο Λιτοχώρου (περιλαμβάνει περίπου 1.000 αντικείμενα από τη ναυτική παράδοση της κώμης), η εξοχική περιοχή του Αγίου Ιωάννη στα νότια του οικισμού, το Kέντρο ενημέρωσης του Εθνικού Πάρκου Ολύμπου και οι λούτσες στον Ενιπέα.

Ο Κοκκινοπηλός

Κτισμένος σε ένα φυσικό σκαλί, ακριβώς στο σημείο που αλλάζει η κλίση της πλαγιάς και περνά από το λοφώδες ανάγλυφο της περιμέτρου του περαιββικού κάμπου στην απόκρημνη βόρεια όψη του Άνθιμου, ο Κοκκινοπηλός βρίσκεται στην ψηλότερη θέση από όλα τα χωριά του Ολύμπου (1120 μ.), επιλογή που τονίζει τη συγγένειά του με τα βλαχόφωνα χωριά της Πίνδου, με τα οποία μοιράζεται την κοινή καταγωγή των κατοίκων του. Η επιλογή της θέσης, που έχει σαφώς βορεινή έκθεση και συνεπώς είναι σκιερή μεγάλο μέρος της χειμερινής ημέρας, έγινε για χάρη των πηγών που αναβλύζουν εδώ, στην επαφή των πλακωδών ασβεστολίθων του βουνού με ένα κώνο φλυσχών.

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Ο Κοκκινοπηλός
Η θέση είναι σχετικά ασφαλής και ταυτόχρονα κοντά στο πανάρχαιο οδικό πέρασμα των Στενών Πέτρας, δηλαδή τη μείζονα σύνδεση Θεσσαλίας-Μακεδονίας, αλλά και στους ορεινούς δρόμους που κατηφορίζουν τις εσωτερικές κοιλάδες και οδηγούν προς τα πιερικά παράλια. Ο Κοκκινοπηλός είναι έτσι ένα κομβικό χωριό στη γεωγραφία του Ολύμπου και υπήρξε σημαντικός σταθμός στις επικοινωνίες και μεταφορές της δύσκολης αυτής σύνδεσης.

Σύμφωνα με τη στρατηγική της φύλαξης των διαβάσεων, η θέση πρέπει να είχε κάποια κατοίκηση από την αρχαιότητα και οπωσδήποτε από το μέσο Βυζάντιο, ωστόσο οι πρώτες αναφορές σε οικισμό έρχονται από την περίοδο της Άλωσης. Είναι ασαφές αν οι επιδημίες του 17ου αιώνα προκάλεσαν τη διασπορά ενός προϋπάρχοντος κεντρικού οικισμού σε μικρότερους συνοικισμούς ή αν αντίστροφα, οι διάσπαρτοι καταυλισμοί συνοικίσθηκαν στη θέση του Κοκκινοπηλού - όπου πάντως υπήρχε ήδη από το 1600 η μικρή εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους - και ίδρυσαν το χωριό μετά το πέρας της πανώλης. Πάντως, το βασικό τεκμήριο της συγκροτημένης εγκατάστασης - η μεγάλη ενοριακή εκκλησία της Αγίας Παρασκευής - κτίστηκε το 1746.

Τον 18ο αιώνα το χωριό γνωρίζει σταδιακή ανέλιξη, μια περίοδος ακμής που κορυφώνεται μέσα στον 19ο αίωνα. Οι κυριότερες παραγωγικές δραστηριότητες παραμένουν η κτηνοτροφία, η γεωργία και η υλοτομία, με την αυξανόμενης σημασίας συμμετοχή των βιοτεχνιών (νερόμυλοι και νεροτριβές, εργαστήρια ραπτικής και ύφανσης, σιδεράδικα και - ίσως μακροβιότερα - πολλά μεγάλα ασβεστοκάμινα) και των υπηρεσιών (μεταφορές με μεγάλα καραβάνια κυρατζήδων και μπουλούκια κτιστάδων). Ο πληθυσμός του χωριού ξεπέρασε του 2300 κατοίκους και στο σχολείο φοιτούσαν περισσότεροι από 300 μαθητές.

Από τα βασικά στοχεία της μεγάλης αυτής διαδρομής προόδου, αξίζει να συγκρατήσουμε τα ασβεστοκάμινα, σπουδαίες παραγωγικές μονάδες, που αξιοποιούν τρία συστατικά που δεν συνυπάρχουν πάντα με την ίδια προθυμία - στον Κοκκινοπηλό είναι ωστόσο άφθονα: ασβεστόλιθος, νερό, ξυλεία. Τα ασβεστοκάμινα του χωριού αξιοποιώντας τις μεγάλες πηγές, τον παναταχού παρόντα ασβεστόλιθο και τα πλούσια δάση, αποτέλεσαν την πιο δυναμική παραγωγική διαδικασία του χωριού μέχρι και τα μέσα του 20ού αιώνα.

Μέσα στον 2ο ΠΠ το χωριό βομβαρδίστηκε και κάηκε, με αποτέλεσμα τη μετακίνηση των κατοίκων στις κοντινές πόλεις ή την εγκατάστασή τους στους πιο πεδινούς οικισμούς και συνοικισμούς της λεκάνης (Καλλιθέα, Καλύβια), τους οποίους ενίσχυσαν δημογραφικά.

Σήμερα ο Κοκκινοπηλός, στην άκρη μιας βουβής πλέον αλυσίδας πολύ μικρών χωριών και έκκεντρα τοποθετημένος σε σχέση με το νεώτερο οδικό δίκτυο, είναι ένας άτονος οικισμός που περιμένει την εποχική επιστροφή των καταγόμενων για να ξαναζήσει, με τον τρόπο που μόνο οι Βλάχοι ξέρουν, λίγες έντονες στιγμές συνανστροφής και αναμνήσεων.

Το Δίον

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Το Δίον

Το Δίον είναι πεδινός οικισμός στα ΒΑ του Ολύμπου με περίπου 1400 κατοίκους. Βρίσκεται δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο του αρχαίου Δίου και συνέχεται με τον συνοικισμό Πλατανάκια.

Μέχρι το 1961 το χωριό λεγόταν Μαλαθριάς. Οι περισσότεροι κάτοικοι του χωριού είναι Βλάχοι που κατάγονται από τον Κοκκινοπηλό και αρχικά εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της εκκλησίας Άγιος Δημήτριος, θέση από την οποία μετακινήθηκαν, λόγω του έλους Βαρικού, στη σημερινή ζώνη, συναντώντας παλαιότερη εγκατάσταση Σαρακατσάνων. Ο οικισμός που δημιουργήθηκε από την σύμπτυξη αυτή αναπτύχθηκε σταδιακά στο σημερινό κεφαλοχώρι, χάρη στον εκσυγχρονισμό της γεωργίας και κυρίως το τουριστικό ρεύμα που δημιούργησε η ανάδειξη του αρχαιολογικού χώρου.

Η Παλαιά Βροντού

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Παλαιά Βροντού, το ερείπιο του σχολείου

Παλιός οικισμός στα βόρεια του Ολύμπου, η Παλαιά Βροντού είναι ο πρόγονος της σημερινής Βροντούς. Ο οικισμός αρχικά βρισκόταν 2 χλμ στα ανάντη, στη θέση Άγιοι Απόστολοι. Η τοποθεσία βρίσκεται πάνω στο ορεινό οδικό παρακλάδι από τον κύριο δρόμο στα Στενά Πέτρας και λεγόταν Πλατύδρομος. Στην Τουρκοκρατία, εδώ λειτουργούσε πανδοχείο για τα καραβάια των αγωγιατών που έρχονταν από τη Θεσσαλία μέσω Κοκκινοπηλού και κατέβαιναν στην πιερική ακτή και πιο συγκεκριμένα στο λιμάνι του Αγίου Θεοδώρου, ανάμεσα στο Λιτοχώρο και τη Λεπτοκαρυά. Την εποχή εκείνη η θέση λεγόταν Καραβάν Σεράι, από τον τουρκικό όρο για τα πανδοχεία καραβανιών.
Γύρω από το πανδοχείο είχε σχηματιστεί μια συνοίκιση αγροτών και βοηθητικών επαγγελμάτων. Στις αρχές του 18ου αιώνα, οι μόνιμοι αυτοί κάτοικοι μετακινήθηκαν στο χώρο της Παλαιάς Βροντούς, όπου υπήρχε το ξύλινο εκκησάκι του Αγίου Νικολάου. Εκεί σταδιακά ανακατασκεύασαν την εκκλησία και ύψωσαν μεγάλα σπίτια και σχολείο.
Η περιοχή είχε μεγάλες γεωργικές εκτάσεις, δάση, βοσκοτόπια και νερά. Με την πάροδο των ετών, στον οικισμό εγκαταστάθηκαν Κουπατσαραίοι από τα χωριά των Γρεβενών - οι Κουπατσαραίοι ήσαν κατά βάση αγωγιάτες, στα χωριά τους όμως καταπιάνονταν και με όλες τις αγροτικές εργασίες. Επιμείχθηκαν με τους ντόπιους και γρήγορα το χωριό άκμασε.
Η Παλαιά Βροντού εγκαταλείφθηκε αναγκαστικά κατά τον 2ο ΠΠ και οι κάτοικοι της διασπάρθηκαν στα γύρω χωριά. Μετά το τέλος του Εμφυλίου, εγκαταστάθηκαν στα παλιά καλύβια τους, στη θέση Κουτσέκια, και δημιούργησαν τη σημερινή Βροντού.

Η Καρυά

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Η Καρυά, κάτω από το λόφο Παλαιόκαστρο

Η Καρυά είναι το κυριότερο χωριό της νότιας πλευράς του κυρίως Ολύμπου. Το χωριό είναι κτισμένο σε μια ανοιχτή λεκάνη, στη βάση του μεγάλου λόφου Παλαιόκαστρο (1447 μ. υψ., τοπικά λέγεται Τιτνάτα), όπου έχουν βρεθεί λείψανα οχύρωσης, τόσο προϊστορικής όσο και ρωμαϊκής περιόδου. Η θέση είχε στρατηγική σημασία στην αρχαιότητα, καθώς φρουρεί τη δίοδο της Ζηλιάνας, που συνδέει την Περραιβία με τα παράλια.
Τόσο η λεκάνη του χωριού, όσο και η ευρύτερη περιοχή έχουν αρκετά πηγαία νερά, από τα οποία υδρεύεται και σήμερα ο οικισμός. Το όνομα του χωριού, κοινό τοπωνύμιο σε όλη την ορεινή Ελλάδα, προέρχεται από το λαϊκό όνομα της καρυδιάς.
Η Καρυά υπήρξε κεφαλοχώρι των εσωτερικών λεκανών ανάμεσα στον κυρίως και τον Νότιο Όλυμπο. Ο συνδυασμός ορεινών και ημιορεινών πόρων και συγκεκριμένα τα απέραντα ορεινά βοσκοτόπια και οι πλούσιες γαίες της ευρύτερης λεκάνης του Νεζερού, επέτρεψαν στο χωριό να φτάσει, στο απόγειο της αίγλης της αγροτικής οικονομίας, που στη Θεσσαλία παρατάθηκε έως και τα μέσα του 20ού αιώνα, τους 4000 κατοίκους, αριθμός που μειώθηκε γραμμικά στο μέγεθος των 500 κατοίκων της απογραφής του 2011 (οι μόνιμοι κάτοικοι της χειμερινής περιόδου είναι προφανώς λιγότεροι).
Όπως και σε πολλά άλλα χωριά, προστάτης της Καρυάς είναι ο Άγιος Νικόλαος - τυπικά θαλασσινός άγιος, αλλά εξαιρετικά δημοφιλής στον ορεινό χώρο της ηπειρωτικής Ελλάδας -, στον οποίο είναι αφιερωμένη η ενοριακή εκκλησία, που κτίστηκε το 1806. Άλλες εκλησίες του χωριού είναι η Αγία Παρασκευή, ο Άγιος Νεκτάριος στο πάνω όριο του χωριού και η Παναγία ψηλότερα, ενώ η Αγία Τριάδα, καθολικό της διαλυμένης μονής Κλημάδων, βρίσκεται απομονωμένη στους πρόποδες της Μεταμόρφωσης.
Εκτός της μεγάλης πλατείας και των ευμεγεθών εκκλησιών του, το χωριό διατηρεί λίγα άλλα τεκμήρια της εποχής της λάμψης του και σήμερα εμφανίζει το τυπικό περίγραμμα του ορεινού οικισμού εποχικής αναλαμπής. Ο επισκέπτης της Καρυάς μπορεί να φιλοξενηθεί στον ξενώνα του χωριού και να δειπνήσει στις ταβέρνες του κέντρου, ενώ στη γύρω περιοχή μπορεί να επισκεφθεί τη μονή Κανάλων και τη δασική θέση Ανήλιο, όπου και η βρύση Σαμαρά, - οι φιλοπερίεργοι μπορούν να αναζητήσουν το σπήλαιο Μοριά, που διασώζει ενδιαφέροντα σταλακτιτικό διάκοσμο.

Η Κρυόβρυση

Η Κρυόβρυση
Όλυμπος topoguide
Η Κρυόβρυση
(πατήστε για μεγέθυνση).

Η Κρυόβρυση είναι κτισμένη ανάμεσα στα 1000 με 1100 μέτρα υψόμετρο, σε μια σειρά ομαλά σκαλιά, στο πλάι μιας μεγάλης ράχης ποθυ κατεβαίνει από την κορυφή Γούλενα προς το ρέμα της Συκαμινιάς. Το παλιό όνομα του χωριού ήταν Πουλιάνα, τοπωνύμιο Πουλιάνα που συναντάται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας και αναφέρεται συνήθως σε προσήλιες ή χέρσες τοποθεσίες.
Η ενοριακή εκκλησία του χωριού, αφιερωμένη στον Άγιο Δημήτριο, είναι κτισμένη το 1800. Το χωριό στην απογραφή του 2011 βρέθηκε να έχει 83 κατοίκους.

Τα Καλύβια

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Τα Καλύβια

Τα Καλύβια είναι χτισμένα σε υψόμετρο 700 μ. στους πρόποδες του Ολύμπου, στην αφετηρία μιας μεγάλη ζώνης ορεινών λιβαδιών που φτάνουν μέχρι τις κορυφές Χριστάκη Και Άγιος Αντώνιος, στα 2700 και 2800 μ, αντίστοιχα. Το χωριό δημιουργήθηκε από κτηνοτρόφους του Κοκκινοπηλού κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Σήμερα οι κάτοικοί του ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία.
Τα πολλά διάσπαρτα καλύβια και αγροικίες στα ανάντι του σημερινού οικισμού, όπως και γύρω από την παλιά εκκλησία του Αγίου Γεωργίου στα ΒΑ, εξηγούν το όνομα του χωριού. Το χωριό έχει σήμερα πολλούς μεγάλους στάβλους, όπου διαμένουν το χειμώνα τα κοπάδια των αγελάδων. Παλιές, αλλά συντηρημένες θερινές κτηνοτροφικές εγκαταστάσεις βρίσκονται σε όλα τα λιβάδια, μέχρι τα 1800 μ.
Στη θέση Τουρτοφωλιά λειτούργησε για μια περίοδο πίστα απογείωσης αιωρόπτερων και αλεξίπτωτων πλαγιάς.

Το Πύθιο

Όλυμπος topoguide
Όλυμπος topoguide: Το Πύθιο. Πίσω του υψώνονται οι πλαγιές του Κίτρου (2417 μ.), όπου φωλάζει ο Κοκκινοπηλός

Το Πύθιο, που παλιότερα λεγόταν Σέλος, είναι κτισμένο στην προσήλια αγκαλιά μιας μικρής ράχης, κοντά στη θέση της ομώνυμης αρχαίας πολίχνης. Το πεδινό ανάγλυφο κατάντη του χωριού δεν προδίδει τη στρατηγική σημασία της θέσης, που βρίσκεται λίγα χιλόμετρα από την είσοδο του ορεινού περάσματος Ολύμπου-Πιερίων. Το πέρασμα αυτό αποτελεί τη μοναδική εσωτερική δίοδο από τη Θεσσαλία στη Μακεδονία και μετά το ορεινό διάσελο συνεχίζει προς τα Στενά της Πέτρας, ζώνη σημαντικών συγκρούσεων όλων των ιστορικών περιόδων.
Το αρχαίο Πύθιο, μαζί με την Άζωρο και τη Δολίχη, συγκροτούσαν την Περραιβική Τριπολίτιδα. Η θέση της αρχαίας πόλης ταυτίστηκε με ασφάλεια χάρη στις ανασκαφές στη θέση Τοπόλιανη, κάτω από το λόφο των Αγίων Αποστόλων, οι οποίες έφεραν στο φως ναό του Ποσειδώνα και ναό του Πυθίου Απόλλωνα. Ο ναός του Απόλλωνα αναφέρεται από τον Πλούταρχο, καθώς χρησιμοποιήθηκε ως βάση για την πρώτη μέτρηση του υψομέτρου του Ολύμπου, από τον Ξεναγόρα.
Αν και δεν έχουν βρεθεί οχυρωματικά έργα, πιστεύεται ότι πάνω στο λόφο των Αγίων Αποστόλων λειτούργησε στα βυζαντινά χρόνια φρούριο για τον έλεγχο της διόδου. Παράλληλα, οι μικρές σπηλαιοεκκλησιές που φωλιάζουν σε βράχινο μέτωπο πάνω από το χωριό παραπέμπουν στην βυζαντινή περίοδο, καθώς θεωρείται ότι οι αγιογραφίες τους ανήκουν στον 14ο αιώνα.
Το σημερινό χωριό έχει μεγάλη έκταση, που την καλύπτει με αραιή δόμηση. Όλα σχεδόν τα κτίσματα είναι νεώτερα ή ανακαινισμένα. Σημαντικότερος ναός είναι η κοιμητηριακή εκκλησία της Κοίμησης της Θεοτόκου (1638), που ενσωματώνει αρχαία αρχιτεκτονικά μέλη, φέρει εσωτερικά αξιόλογες τοιχογραφίες και περιλαμβάνει ένα ασύνηθες κυκλικό καμπαναριό. Ενδιαφέροντες είναι και οι ναοί του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου (1619) και των Αγίων Αναργύρων (1808).

Τα χωριά του Ολύμπου

Όλυμπος topoguide

Φωτογραφίες και περιγραφές των χωριών του Ολύμπου περιλαμβάνονται στην εφαρμογή Όλυμπος topoguide.

Ο οδηγός Όλυμπος topoguide είναι διαθέσιμος για συσκευές Android από το Play Store.

Ο οδηγός Όλυμπος topoguide είναι επίσης διαθέσιμος για συσκευές iOS (iPhone και iPad) μέσα από την γενική εφαρμογή πεζοπορικών περιοχών Topoguide Greece. Προμηθευτείτε τον οδηγό του Ολύμπου ως in-app purchase μέσα από την εφαρμογή.