Φωτογραφία της Εβδομάδας
Η ξαδέρφη της Νυφίτσας
Η Ερμίνα (Mustela herminea), στενή συγγενής της Νυφίτσας, ζει στην αλπική ζώνη των ευρωπαϊκών βουνών
Όλες οι «Φωτογραφίες της Εβδομάδας»Σε όλη την ιστορία της φωτογραφίας άγριας ζωής, οι φωτογράφοι προσπάθησαν, με τα μέσα κάθε εποχής, να αποτυπώσουν και να επιδείξουν μια εικόνα όπου το κύριο θέμα είναι ευμεγέθες, καλά ειστιασμένο, καλά φωτισμένο και σε μια στάση ή γωνία που το κάνει αναγνωρίσιμο.
Παράλληλα, σε μικρότερο ίσως ποσοστό, για τα ίδια είδη, έκαναν και πιο "δημιουργικά" - αυτός ήταν ο συνηθέστερος όρος - κάδρα, όπου το κύριο θέμα ήταν μικρότερο μέσα στο πλαίσιο της εικόνας, αφήνοντας αρκετό ή και πολύ χώρο, ώστε να φανεί το περιβάλλον του, με τις θετικές και αρνητικές εκφάνσεις του.
Τις μέρες του φίλμ και ειδικά του slide που συχνά προοριζόταν να προβληθεί σε μια αίθουσα, η αρχική λήψη ήταν και η τελική: ήταν αδύνατον να περικόψει κανείς ένα τμήμα της εικόνας. Στην εκτύπωση - φωτογραφία, αφίσα, βιβλίο κλπ - τα πράγματα ήταν πιο ευέλικτα και ειδικά στην περίοδο όπου μεσολαβούσε το ψηφιακό αρχείο, μετά από ψηφιοποίηση σε επίπεδο ή κυλινδρικό scanner, η περικοπή ήταν εύκολη και πολύ διαδεδομένη, πάντα ωστόσο μέσα στα περιθώρια που υπαγόρευε η μετατροπή του αναλογικού μέσου σε ψηφιακό (ποιότητα του φίλμ, ανάλυση σκαναρίσματος κλπ).
Στην εποχή της ψηφιακής φωτογραφίας και μάλιστα κατά την πρόσφατη περίοδο των αισθητήρων υψηλής ανάλυσης και των φακών μεγάλης οξύτητας, η περικοπή ή τουλάχιστον ένα επανα-καδράρισμα, είναι κοινή πρακτική. Σήμερα, σχεδόν όλοι οι φωτογράφοι και ειδικά οι φωτογράφοι φύσης ξέρουν να χρησιμοποιούν κάποιο πρόγραμμα επεξεργασίας εικόνας και το πρώτο εργαλείο με το οποίο εξοικειώνονται είναι το Crop tool.
Φυσικά, ο έμπειρος φωτογράφος, παλιότερα όπως και τώρα, μελετά, καδράρει και ουσιαστικά δημιουργεί την οριστική εικόνα του προσεκτικά, χρησιμοποιώντας όλα τα τεχνικά μέσα που του δίνει ο εξοπλισμός, αξιοποιώντας τους κανόνες αισθητικής και σύνθεσης και ανακαλώντας όλη την καλλιτεχνική αποσκευή του.
Η διαδικασία αυτή είναι καθοριστική στη φωτογραφία τοπίου, όπου κατά τεκμήριο έχουμε το χρόνο να μελετήσουμε το θέμα μας, να επιλέξουμε τον κατάλληλο φακό, να περιμένουμε τις βέλτιστες συνθήκες, να αξιολογήσουμε το αποτέλεσμα, να επαναλάβουμε τη λήψη με καλύτερο κάδρο ή άλλες ρυθμίσεις και κυρίως να σκεφτούμε το σκοπό, το πλαίσιο και το αφήγημα που συνοδεύει την εικόνα. Αν δεν συντρέχει κάποιος εξωγενής λόγος - για παράδειγμα, έλλειψη κατάλληλου φακού, αιφνίδια μεταβολή των συνθηκών ή αναπόφευκτη παρεμβολή ενός ανεπιθύμητου στοιχείου - είναι ασύνηθες να αλλάξουμε το καδράρισμα μιας φωτογραφίας τοπίου.
Αντίθετα, στη φωτογραφία άγριας ζωής, η βελτίωση του κάδρου είναι περίπου ο κανόνας. Στις συντριπτικά περισσότερες περιπτώσεις, είναι απλά αδύνατον να έχουμε στη διάθεσή μας τα μέσα ώστε να συνθέσουμε το κάδρο υπό τις συνθήκες που περιγράψαμε πιο πάνω για τη φωτογραφία τοπίου. Οι κύριοι παράμετροι που εμποδίζουν το εξ' αρχής οριστικό καδράρισμα της εικόνας είναι:
Έτσι, η πρώτη, πιο βασική και συχνά πιο καθοριστική επεξεργασία που κάνουμε σε μια φωτογραφία άγριας ζωής είναι η αναπροσαρμογή του κάδρου, δηλαδή η περικοπή και αφαίρεση ενός μέρους της εικόνας, μια τεχνική που λέγεται cropping ή "κάνω crop" και είναι εξαιρετικά εύκολη στις ψηφιακές εικόνες.
Σε γενικές γραμμές, ο φωτογράφος άγριας φύσης κάνει περικοπή μιας φωτογραφίας για να:
Προφανώς, εφόσον επιτευχθεί ένας ή περισσότεροι από τους παραπάνω πέντε στόχους, η φωτογραφία βελτιώνεται ως προς τη σύνθεση και την αισθητική αξία. Το κόστος αυτής της βελτίωσης είναι:
Πέραν της γραμμογράφησης που επιβάλει η επίτευξη των πιο πάνω πέντε στόχων, δηλαδή της δημιουργίας του πλαισίου μέσα στο οποίο θα γίνε η περικοπή, μερικές ακόμα αρχές που είναι καλό να συνυπολογιστούν είναι οι εξής:
Θυμηθείτε ακόμα ότι :
Η πρώτη παράμετρος που περιορίζει την ευχέρεια του φωτογράφου άγριας φύσης να καδράρει προσεκτικά το θέμα του είναι η σχεδόν πάντα ακαριαία αντίδραση φυγής του ζώου. Η αντίδραση αυτή σχετίζεται τόσο με την αέναη ροή της φύσης, όσο και με το γεγονός ότι για το ζώο - και παρόλες τις αγαθές προθέσεις του - ο φωτογράφος παραμένει ένας εν δυνάμει επικίνδυνος παρείσακτος με διερευνητικό βλέμμα, ύποπτα αργές κινήσεις και λαμπερό εξοπλισμό.
Η φάση που ένα Τσακάλι ή Ζαρκάδι θα σας περιεργαστεί με άδολο ενδιαφέρον ή έστω περιέργεια είναι μια ευτυχής στιγμή που μπορεί να συμβεί μια ή δυο φορές το χρόνο. Κανονικά θα φύγει ή μάλλον θα εξαφανιστεί, αφήνοντας μόλις τον ελάχιστο χρόνο για να κάνει κανείς λίγες εικόνες, με ένα αυθόρμητο καδράρισμα ασφαλείας: το θέμα στο κέντρο της εικόνας, με άφθονο χώρο τριγύρω. Το επόμενο δευτερόλεπτο, ο ευτυχής φωτογράφος σκέφτεται ήδη πως θα περικόψει την εικόνα.
Στην πιο πάνω φωτογραφία, ο Καλαμόκιρκος (Circus aeruginosus) γευμάτιζε πάνω σε νεαρό ερωδιό κρυμένος στον καλαμιώνα, όταν η είσοδος του φωτογράφου στο χώρο τον έκανε να τιναχτεί και να φύγει, καρατώντας σφιχτά ολόκληρο το σκελετό του θύματος. Η έγνοια του φωτογράφου είναι φυσικά να προλάβει, όπως-όπως, να πάρει έστω μια εικόνα.
Η περικοπή κρατά το τμήμα της δράσης, κάνοντας αναγνώσιμη την προσπάθεια του πουλιού και αναγνωρίσιμη τη λεία του. Έτσι, η περικοπή σώζει το κάδρο, μετατρέποντας την ευκαιρία σε μια σωστά ισορροπημένη εικόνα.
Οι περιπτώσεις όπου ο φωτογράφος έχει μελετήσει και δομήσει το κάδρο του σχετίζονται με τη φωτογραφία από καλυμένη θέση ή κάποιο είδος hide και αφορούν κυρίως σε ζώα με αυστηρά καθορισμένο πρότυπο κίνησης, όπως ο πιο πάνω Βουνοδεντροβάτης (Certhia familiaris), που στην ανοδική πορεία του στον κορμό του κωνοφόρου είναι πολύ πιθανόν να ακολουθήσει την ακμή με βάση την οποία έχουμε προσχεδιάσει το κάδρο μας.
Αν και δεν είναι πλέον τόσο δραματικά περιοριστικός παράγων όπως στην εποχή του φίλμ (οπόταν επιπλέον δεν υπήρχε η ευχέρεια του φορμάτ APS-C, που χαρίζει μια "μεγέθυνση" x1.5 ή x1.6) και των μικρών και δύσχρηστων φακών (τη δεκαετία του 1980, ο 400mm F5.6 ήταν ο κλασικός φακός για φωτογραφία πουλιών και παράλληλα ο μόνος οικονομικά προσιτός), η απόσταση από το θέμα παραμένει μια παράμετρος που εξακολουθεί να ταλανίζει τους φωτογράφους φύσης.
Η απόσταση μπορεί να καθορίζεται από την παγίωση της θέσης του φωτογράφου (πχ. μέσα σε αυτοκίνητο ή σε hide), από φυσικά εμπόδια, από το όριο ανοχής του κάθε είδους ή από νομικούς περιορισμούς (πχ., γενικά απαγορεύεται να πλησιάσεις τα ζώα σε κάποιο ευαίσθητο στάδιο του ετήσιου κύκλου και σε ορισμένα εθνικά πάρκα δεν επιτρέπεται να βγεις από το μονοπάτι ή το δρόμο).
Η σκέψη για κοντινότερη λήψη δεν προέρχεται τόσο από την επιθυμία του να έχεις ένα πλούσιο κάδρο, αλλά κυρίως από τη λαχτάρα να συνθέσεις μια εικόνα που να αναδίδει την ομορφιά και την αρμονία της φύσης. Αυτό το πανέμορφο Τσακάλι (Canis aureus), που κοιτά ήρεμο μέσα στο απογευματινό φως τον πετρωμένο φωτογράφο, ανατρέπει με τη φυσικότητα και τη στάση του όλα τα κλισέ για το είδος του.
Η περικοπή της εικόνας πηγάζει από την αυθόρμητη επιθυμία του φωτογράφου να ξανατοποθετήσει το υπέροχο αυτό ζώο στην κορυφή των θρύλων του κάμπου, και επιστρέφοντάς του τον τίτλο του, να μιλήσει στους θεατές της εικόνας για το παρεξηγημένο αρχοντόπουλο των λόφων και των λαγκαδιών.
Προφανώς η γη δεν είναι επίπεδη, αλλά η ελληνική γη παραείναι ανώμαλη. Σε κάθε εικόνα, υπάρχει ένα εμπόδιο που παρεμβάλλεται και εμποδίζει είτε την προσέγγιση, είτε τη σύνθεση: θαμνώνες, δέντρα, βράχια, ορθοπλαγιές, πτυχώσεις, κανάλια, λάσπες, ακόμα και περιφράξεις και άλλοι περιορισμοί.
Αναμφίβολα, τα πιο δύσκολα θέματα σε ότι αφορά την προσέγγιση είναι τα ζώα των βουνών: Χρυσαετός, Αγριόγιδο, Λύκος για να σταθούμε στα πιο εμβληματικά. Το Αγριόγιδο, ο κατ΄εξοχήν κάτοικος των απόκρημνων ζωνών και των ορθοπλαγιών, θέτει συνήθως ανυπέρβλητα εμπόδια στον φωτογράφο, καταφεύγοντας - με χαρακτηριστική άνεση - σε θέσεις όπου δεν μπορεί να το πλησιάσει κανείς.
Τα τελευταία χρόνια τα αγριόγιδα του Ολύμπου και σε κάποιο βαθμό και της Τύμφης έχουν γίνει πολύ πιο προσιτά σε ορισμένες ομαλές περιοχές (Οροπέδιο Μουσών, Ξερολούτσα Τσουμάνη), όπου ωστόσο το τοπίο παραπέμπει σε ... βοοειδή. Αν θέλει κανείς αυθεντικές εικόνες του ζώου στο καθεαυτό περιβάλλον του, πρέπει να είναι έτοιμος να σκαρφαλώσει, να ζοριστεί και ... να κροπάρει.
Ο κυριότερος παράγοντας που ελέγχει την προσέγγιση του θέματος είναι η συμπεριφορά του ζώου και κυρίως το χρονικό και χωρικό πρότυπο κίνησης και η ανοχή του απέναντι στον άνθρωπο. Ως ον προσαρμοσμένο στις συνθήκες της ημέρας, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται τον κόσμο κυρίως με την όραση, κινείται με συγκεκριμένα πρότυπα και εν γένει δεν έχει έμφυτο φόβο απέναντι στα ζώα: αυτή και μόνη η πρόταση αρκεί για να καταλάβουμε ότι είναι περίπου αδύνατον να κατανοήσουμε τα ζώα, που λειτουργούν κυρίως με τις άλλες αισθήσεις, έχουν άλλα πρότυπα κίνησης και τρέμουν τον άνθρωπο.
Τα πιο δύσκολα στην προσέγγιση ζώα είναι προφανώς τα νυχτόβια θηλαστικά, όπως το Ζαρκάδι, η Αρκούδα, το Κουνάβι, ο Ασβός και άλλα. Πολλά από αυτά, όπως και το Ζαρκάδι (Capreolus capreolus) της εικόνας, ξεκινούν την περιπλάνηση και την αναζήτηση τροφής με το τελευταίο φως, οπόταν και είναι εφικτό να τα δούμε και να τα φωτογραφίσουμε.
Συχνά, στην εκκίνηση του νυχτερινού περίπλου τους, τα ζαρκάδια περνούν από συγκεκριμένες ζώνες, που μπορούμε να τις εντοπίσουμε από τα ίχνη τους. Σε κάθε περίπτωση ακούν και οσφραίνονται άριστα, οπότε είναι σκόπιμο να διατηρήσουμε μια απόσταση, τουλάχιστον 100 μέτρων. Υπό τις συνθήκες αυτές, θα χρειαστεί μια γενναία περικοπή, που καλό θα ήταν να βασίζεται σε ένα μεγάλο αρχείο ενός full-format αισθητήρα - κυρίως λόγω του πολύ χαμηλού φωτός.
Η αύξηση του σχετικού μεγέθους του κεντρικού θέματος μέσα στο κάδρο είναι μακράν ο συνηθέστερος λόγος περικοπής. Στη συντριπτική πλειοψηφία των φωτογραφιών, κάποια από τις πιο πάνω παραμέτρους εμπόδισε το φωτογράφο να είναι τόσο κοντά όσο θα ήθελε για να αποτυπώσει ικανοποιητικά την υφή του φτερώματος, την υγρασία στο τρίχωμα, τη λάμψη στο μάτι, την έκφραση, τον παλμό του ζώου.
Στο πιο κάτω παράδειγμα, ο Θαλασσοπρίστης (Mergus serrator) βρίσκεται σε πλατύ κανάλι, που δεν επιτρέπει το πλησίασμα του θέματος. Το πουλί είναι επιφυλακτικό και έτοιμο να φύγει: δεν θέλουμε να το "κυνηγήσουμε" και να το αναγκάσουμε να πετάξει λόγω όχλησης, οπότε αποφασίζουμε ήδη πριν τη λήψη να καταφύγουμε στην περικοπή του αρχείου, άρα σκεφτόμαστε εξ΄αρχής πως θα βελτιστοποιήσουμε τις συνθήκες της λήψης.
Συνεπώς, κάνουμε τη λήψη από την απομακρυσμένη θέση μας με:
Η κροπαρισμένη εικόνα ενώ δίνει ένα πολύ σφικτό κάδρο - που ωστόσο αφήνει αρκετό χώρο στην κατεύθυνση που κοιτά και κινείται το πουλί -, παράλληλα διατηρεί στο πλάτος 1600 από τα αρχικά 7000 pixels (εδώ έχει γίνει resample στα 800 pixels) και έχει δεχθεί μια ελαφριά επεξεργασία (απαλή τονική διόρθωση και ελαφριά όξυνση). Το αποτέλεσμα, που βασίζεται κυρίως στην οξύτητα του φακού, είναι μια απόλυτα ικανοποιητική εικόνα, κατάλληλη ακόμα και για εκτύπωση.
Η αύξηση της έντασης της κίνησης ή της δράσης του κεντρικού θέματος μέσα στο κάδρο είναι ένα από τα πιο δυναμικά οφέλη της περικοπής. Επιλέγοντας την κατάλληλη περιοχή και περιορίζοντας τον κενό χώρο, δίνουμε έμφαση στο στοιχείο που νοηματοδοτεί το άδειο τοπίο, κάνουμε τη ζωή να προβάλλει μέσα στο πλαίσιο της, ενισχύουμε την ανάσα και τον παλμό του ζώου που παλεύει να ζήσει μέσα στο νερό, τον αέρα ή πάνω στο χώμα.
Με απλά λόγια, κάνουμε πιο στιβαρή την ιστορία που βγάζει η φωτογραφία μας.
Ανεξάρτητα του πόσο μεγάλο είναι το κεντρικό θέμα μέσα στο τελικό κάδρο, είναι θεμιτό η περικοπή να συνοδευτεί από κάποιες άλλες επεξεργασίες, που να εντείνουν την αίσθηση της προσπάθειας του ζώου να κινηθεί, να ξεφύγει ή να επιβιώσει. Στην πιο κάτω φωτογραφία της μικρής ομάδας από Κοκκινοσκαλίδρες (Calidris canutus), έχει χρησιμοποιηθεί μια ελαφριά εκδοχή της τεχνικής high key για να ξεφοντάρει ακόμα περισσότερο τα πουλιά από το χώρο και να αντιδιαστείλει το θερμό ζώο μέσα στο ψυχρό τοπίο της χειμωνιάτικης θάλασσας.
Η απόσταση των τριών πουλιών από το σημείο φυγής είναι μεγάλη, ανάλογη της φαινόμενης ταχύτητας της πτήσης, υπονοώντας την ζωτικότητα, το νεύρο και την προσπάθεια των πουλιών.
Σε πολλές περιπτώσεις, ένα μέρος του κάδρου περιλαμβάνει στοιχεία που ενώ ανήκουν στο φυσικό κόσμο (κλαδιά, φύλλα κλπ) και βεβαίως αποτελούν μέρος του βιοτόπου του ζώου, διαταράσσουν το μήνυμα της εικόνας, προσθέτοντας οπτικό "θορυβο".
Στην πολύ συνηθισμένη εικόνα ενός πουλιού που κάθεται σε κλαδί, αν δεν υπάρχει λόγος αποκοπής, είναι προτιμότερο η τελική εικόνα να περιλαμβάνει το άκρο του κλαδιού.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι το κοπάδι από μεγάλα πουλιά που πετά από πάνω μας: μας δίνει εξαιρετικό κάδρο, αλλά συχνά υπάρχει μια αταξία. Απομονώνοντας μια ομάδα 3-4 πουλιών, μπορούμε να δημιουργήσουμε μια πολύ πιο ισορροπημένη εικόνα, όπου ο παλμός και οι συμμετρίες λειτουργούν αθροιστικά.
Στο παράδειγμα του Νεροκότσυφα (Cinclus cinclus), ο κορμός του νεαρού πλατάνου και τα στοιβαγμένα από το ποτάμι κλαδιά δεξιά του πουλιού απασχολούν το μάτι του θεατή, τόσο λόγω των ποικίλων σχημάτων, όσο και λόγω των έντονων φωτεινών στοιχείων που περιέχονται στην εικόνα.
Έτσι, η περικοπή απομονώνει το θέμα από το άνευ μηνύματος τοπίο και φέρνει το μάτι του θεατή ακριβώς στο κέντρο του ενδιαφέροντος: στον κομψότατο Νεροκότσυφα, που στέκεται σε άψογη στάση, με ένα ασπόνδυλο στο στόμα.
Μια από τις σημαντικότερες υπηρεσίες που προσφέρει η περικοπή στη δημιουργία μιας καθαρής εικόνας είναι η απαλοιφή στοιχείων που δεν ανήκουν στο φυσικό περιβάλλον: αυτοκίνητα σταθμευμένα κοντά σε μια λίμνη, σπίτια σε κοντινή πλαγιά, σκουπίδια, τμήμα ασφάλτου ή οδική σήμανση κλπ.
Εδώ, ο Κρυπτοτσικνιάς (Ardeola raloides) του παραδείγματος παραμονεύει σε ένα επιπλέον πλέγμα βλάστησης, εντελώς αδιάφορος για το άδειο δοχείο που "διακοσμεί" το νησάκι του. Προφανώς, το μπλε δοχείο είναι ανάρμοστο και πρέπει να φύγει.
Η εικόνα που προκύπτει μετά την περικοπή έχει εντελώς άλλο καδράρισμα: στο χωρίς "ρύπους" τμήμα, η αντανάκλαση του πουλιού αποκτά νέο βάρος και έτσι επιβάλλεται ένα κάθετο κάδρο, ουσιαστικά μια νέα εικόνα.
Η αποκατάσταση της ισορροπίας του θέματος είναι κλασικό παράδειγμα εφαρμογής της περικοπής, ώστε η ανασύνθεση να αποκαταστήσει μια αιφνιδιαστική λήψη: η ξαφνική αντίδραση ενός ζώου δεν μας αφήνει το χρόνο να το παρακολουθήσουμε, καθώς κινείται γρήγορα μέσα στο πεδίο του κάδρου και εν τέλει στις λήψεις αποτυπώνουμε μόνο ένα μέρος του θέματος, με έντονα έκκεντρη θέση. Η αρχική πολύ κοντινή λήψη του Καλαμόκιρκου (Circus aeruginosus) μας δίνει μια εντυπωσιακή εικόνα του πουλιού που τινάζεται στον αέρα, προδίδει ωστόσο την ανισορροπία του αιφνιδιασμού, τόσο του πουλιού, όσο και του φωτογράφου.
Η κροπαρισμένη εικόνα διατηρεί το μειονέκτημα του κομένου θέματος, το αποσοβεί ωστόσο με ένα πολύ σφιχτό καδράρισμα, που επανατοποθετεί το θέμα στο κέντρο και το φέρνει μπροστά μας: η εστίαση τώρα είναι στο λαμπερό λευκοκίτρινο μάτι και τις μεγαλειώδεις φτερούγες του πουλιού.
Το αιώνιο ερώτημα της χρήσης converter (ή teleconverter ή extender στην Canon) έναντι της περικοπής είναι στην πραγματικότητα ένα ψεύτικο δίλημμα: στην πραγματικότητα μιλάμε για δυο διαφορετικές φωτογραφίες.
Το converter, αυξάνοντας την εστιακή απόσταση του φακού, δημιουργεί μια εικόνα με μικρότερο βάθος πεδίου, με bokeh μόλις λίγο πιο "θορυβώδες" από του μητρικού φακού. Συνεπώς το θέμα θα ξεφοντάρει καλύτερα στην εικόνα με converter σε σχέση με την εικόνα που θα πάρουμε περικόπτοντας το αρχείο.
Συγκεκριμένα, το βάθος πεδίου ενός φακού 600mm F4 στα 10 μ. είναι 5 εκ. και με το converter 1.4x (άρα ισοδύναμο φακό 840mm F5.6) θα γίνει 3.8 εκ., με αποτέλεσμα την καλύτερη απομόνωση του θέματος. Αν κάνουμε περικοπή της εικόνας του 600mm F4, το βάθος πεδίου θα παραμείνει 5 εκ. (όλες οι τιμές αφορούν full-format αισθητήρα και υποτίθεται ότι δεν αναζητούμε μεγαλύτερο βάθος πεδίου).
Σε ότι αφορά στην ποιότητα της εικόνας, είναι γνωστό σε όσους φωτογραφίζουν με σταθερούς φακούς, ότι το converter 1.4x (όλων των μεγάλων κατασκευαστών) έχει μικρή επίπτωση στην ευκρίνεια και σχεδόν καμία στις άλλες παραμέτρους της λήψης. Το converter 2x φαίνεται να έχει ορατή επίδραση στην ευκρίνεια και η χρήση του μπορεί να δώσει καλύτερο αποτέλεσμα μόνο υπό βέλτιστες συνθήκες.
Ασφαλώς, η επίπτωση του converter στους zoom φακούς είναι πιο έντονη και εξαρτάται από το φακό. Έτσι το converter 1.4x πάνω σε έναν zoom φακό με ονομαστικό διάφραγμα F6.3 (το οποίο θα γίνει F9) μπορεί να δίνει αποτελέσματα συγκρίσιμα με μια ελαφριά περικοπή. Γενικά, ελάχιστοι φωτογράφοι "κουμπώνουν" converter πάνω σε έναν zoom φακό.
Στην αξιολόγηση αυτή δεν εξετάζουμε τους υπόλοιπους παράγοντες της λήψης (ταχύτητα, ISO, autofocus, optical stabilization), γιατί δεν έχουν σχέση με το θέμα του κεφαλαίου. Άλλωστε πολύ συχνά μπορούμε να έχουμε ρυθμίσεις έκθεσης (ταχύτητα και ISO) που να μην επιφέρουν καμία επίπτωση στην ποιότητα της εικόνας.
Η Ερμίνα (Mustela herminea), στενή συγγενής της Νυφίτσας, ζει στην αλπική ζώνη των ευρωπαϊκών βουνών
Όλες οι «Φωτογραφίες της Εβδομάδας»