Το όνειρο που έμεινε όρθιο

Το όνειρο που έμεινε όρθιο

του Τριανταφυλλου Αδαμακοπουλου

Πρώτη δημοσίευση: περιοδικό ΑΝΑΒΑΣΗ, τεύχος 7, 1983
με σκίτσα του Βασίλη Χατζηρβασάνη

Το όνειρο που έμεινε όρθιο

Τα πολύ παλιά χρόνια, η γη ήταν εντελώς ομαλή. Απέραντα δάση και και καταπράσινα λιβάδια απλώνονταν παντού. Τεμπέλικα ποτάμια κουλουριάζονταν στις αχανείς πεδιάδες και τα θολά νερά τους κυλούσαν ήσυχα, χωρίς αφρούς και τραγούδια. Το μάτι έφτανε μακριά γύρω ανεμπόδιστο για να συναντήσει άλλα δάση, θάλασσες, κάμπους. Κανένα τείχος δεν έφραζε τον ορίζοντα, καμιά προεξοχή δεν σκίαζε το χορτάρι.
Εκείνη την εποχή λοιπόν, τα ζώα ήσαν τεράστια. Εξελιγμένα σ' ένα περιβάλλον που δε δυσκόλευε την επιβίωσή τους, τα ζώα είχαν πάρει γιγαντιαίες διαστάσεις. Εκατοντάδες μέτρα, συχνά χιλιόμετρα ήσαν τα κορμιά τους. Κεφάλια δυσθεώρητα, ουρές, φτερά, όλα πελώρια. Και οι φωνές τους ανάλογες. Μουγκρητά, ουρλιαχτά, κραυγές κάθε είδους γέμιζαν τον αέρα και όλος ο χώρος αντιλαλούσε την ηχώ της ζωής.
Όλα κυλούσαν αργά και συνηθισμένα, όλα έμοιαζαν τόσο αυτονόητα, που δεν φαινόταν ότι θα άλλαζε ποτέ τίποτα. Κανείς δεν παραπονιόταν, το φαΐ ήταν άφθονο, ο χώρος αρκετός για όλους. Ψάρια, πουλιά, θηλαστικά και ερπετά, κάθε πρωί έβγαιναν στο καθημερινό κυνήγι της τροφής και ήσαν ευχαριστημένα που κοιμόντουσαν χορτάτα.

Ένα απόγευμα όμως, ο πιο δυνατός και ο πιο μεγάλος απ' τους αετούς, ξέκοψε από το λημέρι του και πέταξε προς τα δυτικά. Όλοι πρόσεξαν ότι το πέταγμά του ήταν βαρύ, χωρίς ένα φτερούγισμα, χωρίς να κοιτά κάτω. Κοίταγε ίσια μπροστά και μπροστά ήταν μόνο ο ήλιος.
Ο αετός αυτός λεγόταν Όνι κι' ήταν ξακουστός σ'όλη τη γη για τη δύναμη και τη σοφία του. Παρ'όλη τη μικρή κοινωνικότητα της ράτσας του, η φήμη του είχε απλωθεί σ'όλα τα ζώα κι'όλοι ήξεραν πως δεν έκανε τίποτα άσκοπα. Δεν κυνηγούσε ποτέ άνανδρα, δε χτύπησε ποτέ όμoιό του, δεν μπήκε σε βοσκοτόπια άλλων αετών, δε σκότωσε ποτέ ζώο δίχως λόγο. Ήταν δίκαιος στις κρίσεις του κι' η γνώμη του είχε κύρος. Αετοί απ'όλη τη γη περνούσαν απ' την πελώρια φωλιά του για να τον χαιρετήσουν και ν'αλλάξουν μερικές κουβέντες μαζί του. Με δυό λόγια ήταν ένας αρχηγός, παρ'όλο που δε ζήτησε ποτέ τίποτα ή ίσως ακριβώς γι'αυτό.

Εκείνο τ' απόγευμα λοιπόν, τα ζώα της περιοχής ανησύχησαν. Τι να σήμαινε άραγε αυτό ? Γρήγορα το νέο διαδόθηκε και τη νύχτα ένας ψίθυρος ήταν απλωμένος πάνω από τα δάση και τα λιβάδια.
Την άλλη μέρα το δάσος εκεί γύρω ήταν βουβό. Τα ζώα είχαν μαζευτεί σ' ένα πελώριο λιβάδι πλάι στο δέντρο όπου φώλιαζε ο αετός.
Το μεσημέρι ένα σύννεφο φάνηκε μακριά, νάρχεται. Όταν σίμωσε, όλοι είδαν ότι δεν ήταν σύννεφο, αλλά χίλιοι, δέκα χιλιάδες αετοί. Γκρίζοι, μαύροι, βλοσυροί. Κατέβηκαν κι ο τόπος γέμισε απ' τη σιωπή τους. Τα μάτια τους κοίταζαν απορεμένα, ήσαν όμως πολύ περήφανα πουλιά για να ρωτήσουν.
Εξ'άλλου δεν υπήρχε κάτι που θα μπορούσε να γίνει.

Η μέρα κύλησε μέσ' τη σιωπή. Δεν υπήρχε κανείς λόγος να στέκουν όλοι εκεί, αλλά κανείς δεν το κουνούσε. Η τροφή περίμενε να φαγωθεί, τα νερά γλύστραγαν στα ποτάμια πάντα το ίδιο δροσερά, αλλά κανείς δεν τα σκέφτηκε.
Μετά ο ήλιος πήρε να δύει. Μια νοσταλγία πλανήθηκε στον αέρα. Όλοι ένοιωθαν να τους λείπει κάτι. Δεν ήξεραν να το πουν ή να το εξηγήσουν, αλλά ένα κομάτι απ' το μυαλό τους δεν ήταν πια εκεί, ταξίδευε σ'άλλα μέρη που δεν είχαν δει ποτέ, κι' ούτε υπηρχαν.
Δυό στιγμές πριν ο ήλιος πέσει κάτω από τον κόκκινο ορίζοντα, μια γραμμή φάνηκε να ξεκολάει από τις μακρυνές ερημιές. Ζυγώνοντας με εφτακόσια χιλιόμετρα την ώρα, χωρίς το σκίρτημα ενός πούπουλου, ο Όνι ήρθε και γλύστρησε στη φωλιά του, σα να μην συνέβαινε τίποτα. Μετά από λίγο γύρισε προς τα μαζεμένα ζώα κι' έσυρε μια φωνή, που μπορεί και να σήμαινε "αύριο".
Πολλά ζώα έφυγαν, αρκετά όμως έμειναν κι' ανάμεσά τους όλοι οι αετοί. Αυτοί περίμεναν κάτι το ιδιαίτερο. Κούρνιασαν επί τόποι και ξημέρωσαν εκεί.

Το πρωί οι αετοί ξύπνησαν και περίμεναν μέχρι να κατέβει ο Όνι απ' τη φωλιά του. Όταν έγινε αυτό, μαζεύτηκαν όλοι γύρω του. Ο αετός τους κοίταξε, δίστασε λίγο, μα ύστερα, βέβαιος πως μιλάει σε πουλιά σαν αυτόν, με καθαρή ψυχή και άπειρες δυναντότητες, αποφάσισε να μιλήσει με κάθε ειλικρίνεια:

- Χτες τ' απόγευμα που στεκόμουν πάνω σ'αυτή τη φωλιά, αναρωτήθηκα τι να υπάρχει πέρα από 'δω, απ' αυτό το μέρος που βλέπουμε. Πέρα απ' αυτές τις θάλασσες κι'αυτούς τους τόπους. Πέρα απ' τη νύχτα και τη μέρα, το κυνήγι και τις φωλιές μας, τα πόδια μας και τα φτερά μας. Πέρα απ' αυτό τον ορίζοντα κι απ' όποιον άλλον στηθεί μπροστά μας. Μακριά στον ήλιο. Πέρα κι απ' αυτόν αν χρειαστεί.

Τα ζώα ταράχτηκαν: "Μα τι λέει, πέρα απ΄τον ήλιο ? Ο ήλιος είναι μακριά, είναι το άστρο της μέρας, για να κυνηγάμε, να τρώμε. Όταν δεν υπάρχει ήλιος, κοιμόμαστε." Και μια που το θυμήθηκαν: "Αλήθεια, δεν φάγαμε χτες, πεινάμε, τι καθόμαστε τώρα κι' ακούμε ιστορίες για ήλιους, τα χορτάρια και τα νερά περιμένουν, άντε γειά χαρά αετέ μας, και μεταξύ μας, τάχει χάσει και λίγο, έ, τι να σου κάνει ένα μυαλό χειμώνα, καλοκαίρι."

Το όνειρο που έμεινε όρθιο

Κι έτσι έφυγαν όλοι, έξω απ' τους αετούς. Ο πιο γέρος αετός βγήκε λίγο μπρος απ' το κοπάδι και μίλησε ήρεμα:

- Όνι, αδερφέ μας, μίλησε, θα προσπαθήσουμε να καταλάβουμε.

- Χτες πέταξα επί 20 ώρες συνέχεια. Κόπιασα, κουράστηκα, μα δεν μπόρεσα να ξεκολλήσω απ' αυτόν τον κόσμο. Κάτι με γύριζε πίσω, ποτέ δεν έφτασα στον ήλιο. Τα φτερά μου γυάλιζαν απ' τον ιδρώτα και εγώ ήμουν εδώ ακόμα, 50 χιλιόμετρα πάνω απ' αυτές τις στεριές. Μετά κατάλαβα ότι θάπρεπε να φύγω ίσια πάνω, μ' όλη μου τη δύναμη, να σπάσω το φράγμα που μου βάζει αυτή η γη κι αυτό το μυαλό μου. Τώρα ξέρω την τεχνική και νοιώθω βέβαιος. Άλλωστε, τι είναι να πετάξει κανείς μακριά, να φτάσει στ' άστρα και πέρα απ' αυτά ? Μια πτήση, μια ευθεία.

- Δεν τόχει κάνει κανείς μέχρι τώρα, είπε ο γέρο-αετός. Μα αυτός δεν είναι λόγος να μη δοκιμάσεις. Τι γυρεύεις όμως ? Τι περιμένεις να βρεις πέρα από εδω ?

- Έχεις δίκιο γέροντα, απ' αυτό θάπρεπε ν' αρχίσω.

Θα σας πω ένα όνειρο που είδα χτες τη νύχτα, όταν στάθηκα λίγο να ξεκουραστώ πάνω σ'ένα ξερονήσι. Ονειρεύτηκα έναν άλλο κόσμο, μια άλλη γη. Δυό ήλιοι, να μη νυχτώνει ποτέ. Ο τόπος γεμάτος καμπύλες, γραμμές αυστηρές, απότομες. Όρθια λιβάδια δεξιά κι αριστερά πετρωμένα και στη μέση βαθειά φαράγγια. Όρθια νερά που πέφτοντας τραγουδούν και χάσματα τρόμου και τεράστιες γούβες, ανάλογες με τα μπόγια μας. Έβλεπα ότι πέταγα πάνω από βάραθρα θανάτου και μέσα σε βαθύσκιες χαράδρες. Μετά διέσχιζα, λέει, ένα λευκό τοπίο, στερημένο από ζωή και ήχο, απέραντο σαν τη θάλασσα, που τέλειωνε πάνω σε μαύρους απότομους τοίχους. Κι ύστερα άλλοι κάμποι, πράσινοι αυτή τη φορά, κι άλλοι τοίχοι, πιο μεγάλοι, ατελείωτοι. Κι' ήθελα όλο να πετάω, ακούραστος. Όχι πείνα, όχι κούραση κι' ούτε πόνος στον κόσμο εκείνο.

Και μετά ξύπνησα κι είδα ότι ήμουν πάλι εδώ, στις γεμάτες φασαρία πεδιάδες, στα πολύβουα δάση. Σ' ένα μελαγχολικό τοπίο, όπου το μάτι δεν βρίσκει ένα στήριγμα. Ε, λοιπόν, βαρέθηκα τις ισιάδες, αδέρφια. Βαρέθηκα τη μάχη για το φαΐ και τα νύχια μεσ' τη σάρκα.

- Είναι κακός ο κόσμος μας λοιπόν, γιέ μου, ρώτησε ο γέρο-αετός.

- Μήτε καλός, μήτε κακός, γέροντα. Και γι' αυτό δεν πάει πουθενά, γυροφέρνει εδώ πέρα άπραγος. Μου άδειασε την ψυχή η ομοιομορφία του. Μου στράγγισε τη χαρά η μικρότητά του.

- Και πως θα περάσεις πέρα από το φράγμα της γης, παιδί μου ? Είσαι δυνατός, το ξέρω, αλλά κι' η δύναμη ίσως δε φτάσει.

- Αν πάμε πολλοί μαζί, είπε ο Όνι, ο αετός, είμαι βέβαιος ότι θα τα καταφέρουμε. Κι ύστερα από αυτό το εμπόδιο, μας περιμένουν τ' άστρα, η ελευθερία, το όνειρό μου και τα όνειρα του καθενός.

- Πάμε όλοι μαζί, φώναξαν οι αετοί, ενθουσιασμένοι.

Ήσαν όλα δυνατά, γενναία πουλιά, διψασμένα για ζωή και κίνηση. Η φωνή τους τρόμαξε όλο τον τόπο. Όλα τα ζώα μαζεύτηκαν να δουν τι τρέχει. Όταν έμαθαν, ένοιωσαν μια απειλή να πλανιέται στον αέρα, κάτι σα θύελλα, μα κανείς δεν είχε την τόλμη να διαφωνήσει με τους αετούς. Στο κάτω-κάτω, ήταν δικιά τους υπόθεση.
Την ώρα της αναχώρησης, ο γέρο-αετός πλησίασε τον Όνι. Οι δυό μεγάλοι αετοί αγκαλιάστηκαν.

- Είμαι πολύ γέρος για νάρθω μαζί σας. Πιστεύω σε σένα και στ' όνειρό σου, παιδί μου. Εύχομαι να τα καταφέρετε. Στο καλό.

- Πατέρα, θάσαι μαζί μου, όπως πάντα. Μπορεί να χωρίζουμε τώρα, αλλά νοιώθω ότι θα ξαναβρθούμε κάπου. Θα σου πω τι είδα και τι έμαθα. Καλή αντάμωση, λοιπόν.

Έτσι έφυγαν οι αετοί από τη γη. Όλοι ησαν χαρούμενοι και μιλούσαν δυνατά. Μόνο ο Όνι ήταν σιωπηλός. Τίναξε βίαια τα τεράστια φτερά του και χάθηκε μαζί με το μεγάλο σμήνος.

Τα γεγονότα που ακολούθησαν σήμαναν και το τέλος της ράτσας αυτής. Γιατί οι αετοί φτάνοντας στο ανώτερο σημείο και μην έχοντας τη δύναμη να υπερνικήσουν την έλξη της γης, κουράστηκαν φτερουγίζοντας ενάντια σε ένα αόρατο φράγμα. Νόμιζαν πως ταξίδευαν, στην πραγματικότητα όμως δεν προχωρούσαν ούτε μέτρο.
Μια μέρα αργότερα εξαντλημένοι, άρχισαν να παγώνουν. Το φοβερό κρύο της στρατόσφαιρας τους εξόντωσε όλους. Έπεσαν ένας-ένας στη γη, νεκροί, μαδημένοι, καμμένοι.
Τελευταίος έπεσε ο Όνι, ναρκωμένος από την εξάντληση, με τη βεβαιότητα ότι φτάνει στ' όνειρό του. Φευγάτος απ' την πραγματικότητα, άνοιξε στη φαντασία του τις πορτες του νέου κόσμου την ώρα που έπεφτε τυλιγμένος στις φλόγες και έκανε το πρώτο βήμα τη στιγμή που καρφώθηκε στη γη.

- Γιατί σταμάτησες, Νίκο ? Τέλειωσε το παραμύθι ?

- Όχι ακριβώς. Μερικά εκατομμύρια χρόνια αργότερα, ο ήλιος φώτιζε μια αλλιώτικη γη. Σε εντελώς άλλη κλίμακα, δέντρα, ζώα και νερά, γεννιόντουσαν και ζούσαν μέσα σε ένα τοπίο που έμοιαζε πολύ με το όνειρο του αετού. Γκρεμοί, όρθιοι τοίχοι και χαράδρες που το βλέμμα χάνεται. Αιώνιοι πάγοι πάνω στις απόκρημνες κορφές που ράμφιζαν τον ουρανό. Ένα ατελείωτο λιβάδι με πέτρινα λουλούδια, άλλα ανθισμένα και άλλα όχι, που στολίζουν με την ομορφιά και την αγριάδα τους τη γης μας.
Και πολύ μετά, στις μέρες μας, κάποιοι άλλοι, οι ορειβάτες, καταλάβαμε το μήνυμα του αετού που φυλάχτηκε από γενιά σε γενιά και μάθαμε να κινούμαστε μέσα α΄αυτά τα άνθη και πάνω τους. Κι εμείς οι τέσσερις εδώ πέρα, είμαστε απόγονοι εκείνης της ιδέας, εκείνης της φωνής που βγήκε απο την ψυχή του αετού και προκάλεσε τ' αστέρια.

- Όμορφη η ιστορία σου. Αλλά αυτά τα βουνά που κολλάνε στο μύθο ? Είναι γεωλογικά φαινόμενα της ίδια της γης ή είναι ο τόπος του ονείρου του αετού ?
Εκτός κι αν εννοείς ...

- Ναι, εννοώ ότι αυτά τα βουνά είναι τα καμμένα και πετρωμένα κορμιά των αετών. Έτσι τυχαία όπως έπεσαν στη γη, σπάρθηκαν στις ηπείρους και τις θάλασσες. Έφτιαξαν τις ορθοπλαγιές, τα βουνά, τα συγκροτήματα. Τα πουλιά υλοποίησαν το όνειρό τους, που το σκέφτονταν μέχρι τελευταία στιγμή. Και γι' αυτό οι κορφές τους, που είναι τα ράμφη τους, κοιτάνε όλες το μαύρο ουρανό απ' όπου έπεσαν.

- Δηλαδή εμείς είμαστε πάνω σε ένα τέτοιο πουλί και σκαρφαλώνουμε το κορμί του ?

- Σκαρφαλώνουμε τ' όνειρό του. Γιατί αυτά τα κορμιά, τα βουνά δηλαδή, έχουν ψυχή.
Είναι οι μορφές των μεγάλων πουλιών που ξεκίνησαν και πέθαναν για μια ιδέα και μια ζωή ανώτερη από το χρήσιμο και το γνωστό. Μέσα σ' αυτούς τους σιωπηλούς όγκους, που κάποτε διέσχιζαν τους ωκεανούς σε μισή ώρα, χτυπάει ο παλμός της λευτεριάς και της λαχτάρας για μια χωρίς τέρμα ζωή. Τα πουλιά αυτά γεννήθηκαν για είναι άγρια και ελεύθερα και η μοίρα τους ήταν να γίνουν βουνά.